Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εξαίσιος

Revision as of 06:39, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (12)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι. -> Go tell the Spartans, stranger passing by, that here, obedient to their laws, we lie.
Simonides of Kea

Greek Monolingual

-α, -ο (AM ἐξαίσιος, -ον και ἐξαίσιος, -α, -ον) αίσιος
1. έξοχος, θαυμάσιος («εξαίσιο ταξίδι»)
2. (επίρρ. εξαίσια και εξαισίως
πάρα πολύ, πολύ ωραία, υπέροχα
νεοελλ.
γοητευτικός («εξαίσιο παρουσιαστικό»)
αρχ.-μσν.
εκπληκτικός, ασυνήθιστος
αρχ.
1. άδικος, ανόσιος («Θέτιδος δ' ἐξαίσιον ἀρὴν πᾱσαν ἐπικρήνειε», Ομ. Ιλ.)
2. (για οιωνό) δυσοίωνος
3. σφοδρός, ορμητικός («ἐπιπνεῡσαι νότον μέγαν τε καὶ ἐξαίσιον», Ηρόδ.)
4. μεγάλος, ισχυρόςχειμών ἐξαίσιος», Πλάτ.).