Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εξαιρετικός

Revision as of 07:10, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (12)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

-ή, -ό (Α ἐξαιρετικός, -ή, -όν) εξαιρώ
1. αυτός που αποτελεί εξαίρεση από το κανονικό, ασυνήθιστος («εξαιρετική ανάγκη, περίπτωση»)
2. εκλεκτός, σπουδαίος, έξοχος («εξαιρετική ευφυΐα, επιμέλεια»)
3. (για κακό) υπερβολικός («εξαιρετική αφηρημάδα»)
αρχ.
αυτός που έχει τη δύναμη ή τη δυνατότητα να εξαιρεί.