Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εξαιρετικός

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

-ή, -ό (Α ἐξαιρετικός, -ή, -όν) εξαιρώ
1. αυτός που αποτελεί εξαίρεση από το κανονικό, ασυνήθιστος («εξαιρετική ανάγκη, περίπτωση»)
2. εκλεκτός, σπουδαίος, έξοχος («εξαιρετική ευφυΐα, επιμέλεια»)
3. (για κακό) υπερβολικός («εξαιρετική αφηρημάδα»)
αρχ.
αυτός που έχει τη δύναμη ή τη δυνατότητα να εξαιρεί.