Open main menu

LSJ β

εξισωτικός

Greek Monolingual

-ή, -ό(ν) εξισωτής
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην εξίσωση, αυτός που τείνει να εξισώσει («εξισωτικές προσπάθειες του προϋπολογισμού»).