Open main menu

LSJ β

επάλειψη

Greek Monolingual

η (AM ἐπάλειψις) επαλείφω
η ενέργεια του επαλείφω, η επίχριση
νεοελλ.
ιατρ. η επίχριση πάνω στο δέρμα ή σε βλεννογόνο φαρμακευτικής ουσίας σε ρευστή μορφή, για να απορροφηθεί από τους πόρους του δέρματος.