Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επίγνωση

Revision as of 06:31, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (13)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ὃν οἱ θεοὶ φιλοῦσιν ἀποθνήσκει νέος -> He whom the gods love dies young
Menander, fr. 125

Greek Monolingual

η (AM ἐπίγνωσις) επιγιγνώσκω
ενσυνείδητη γνώση, συναίσθηση ενός πράγματος («δεν έχει επίγνωση της θέσης του»)
αρχ.-μσν.
η αναγνώριση («πρὸς ἐπίγνωσιν ὀξέως τῶν ἐρώντων γὰρ ἡ ὄψις»)
αρχ.
1. εξέταση, έρευνα («οὐδὲν οἷόν τε κατὰ τρόπον χειρίσαι τῶν προσπιπτόντων ἄνευ τῆς τῶν προειρημένων ἐπιγνώσεως», Πολ.)
2. κατανόηση («τὴν τῆς μουσικῆς ἐπίγνωσιν», Πλούτ.)
3. απόφαση μετά από έρευνα.