Open main menu

LSJ β

επίπληξη

Greek Monolingual

η (Α ἐπίπληξις) επιπλήσσω
αυστηρή παρατήρηση για παρεκτροπή, επιτίμηση, κατσάδα
νεοελλ.
έγγραφη επιτίμηση που επιβάλλεται ως ελάχιστη ποινή από προϊστάμενη αρχή σε υφισταμένους
αρχ.
1. χτύπημα
2. τιμωρία, ποινή.