Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επίσκεψη

Revision as of 06:33, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (13)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

η (AM ἐπίσκεψις) επισκέπτομαι
1. (για γιατρό) μετάβαση για εξέταση αρρώστου
2. μετάβαση σ’ έναν τόπο ή χώρο και παρατήρηση τών αξιοθέατων
3. επιθεώρηση («οὔθ’ ἱππέων ἐπίσκεψιν... ἐποιήσαντο», Πλούτ.)
νεοελλ.
1. η χρηματική αμοιβή για ιατρική επίσκεψη
2. μετάβαση στο σπίτι κάποιου από φιλοφροσύνη
3. ο ίδιος ο επισκέπτηςπεριμένω επισκέψεις»)
μσν.
σκέψη, φροντίδα
αρχ.
1. έρευνα, αναζήτηση
2. απογραφή τών κατοίκων.