Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Difference between revisions of "επαύξηση"

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
(13)
 
m (Text replacement - ">" to ">")
 
Line 1: Line 1:
 
{{grml
 
{{grml
|mltxt=η (AM [[ἐπαύξησις]]) [[επαυξάνω]]<br />η [[περαιτέρω]] [[αύξηση]] («τὴν... τῶν τε μέτρων ἐπαύξησιν», <b>Πλούτ.</b>)<br /><b>μσν.</b><br /><b>γραμμ.</b> το [[φαινόμενο]] [[κατά]] το οποίο εμφανίζεται [[αντί]] για βραχύ [[φωνήεν]] το αντίστοιχο μακρό (π.χ. [[αμείβω]] &GT; [[αμοιβή]]), [[ιδίως]] στα παράγωγα, [[αλλιώς]] [[μετάπτωση]]<br /><b>αρχ.</b><br />[[ωφέλεια]] («εἰς τὰς θυσίας [[δέκα]] τάλαντα καὶ τὴν ἐπαύξησιν τῶν πολιτῶν ἄλλα [[δέκα]]», <b>Πολ.</b>).
+
|mltxt=η (AM [[ἐπαύξησις]]) [[επαυξάνω]]<br />η [[περαιτέρω]] [[αύξηση]] («τὴν... τῶν τε μέτρων ἐπαύξησιν», <b>Πλούτ.</b>)<br /><b>μσν.</b><br /><b>γραμμ.</b> το [[φαινόμενο]] [[κατά]] το οποίο εμφανίζεται [[αντί]] για βραχύ [[φωνήεν]] το αντίστοιχο μακρό (π.χ. [[αμείβω]] > [[αμοιβή]]), [[ιδίως]] στα παράγωγα, [[αλλιώς]] [[μετάπτωση]]<br /><b>αρχ.</b><br />[[ωφέλεια]] («εἰς τὰς θυσίας [[δέκα]] τάλαντα καὶ τὴν ἐπαύξησιν τῶν πολιτῶν ἄλλα [[δέκα]]», <b>Πολ.</b>).
 
}}
 
}}

Latest revision as of 15:14, 15 January 2019

Greek Monolingual

η (AM ἐπαύξησις) επαυξάνω
η περαιτέρω αύξηση («τὴν... τῶν τε μέτρων ἐπαύξησιν», Πλούτ.)
μσν.
γραμμ. το φαινόμενο κατά το οποίο εμφανίζεται αντί για βραχύ φωνήεν το αντίστοιχο μακρό (π.χ. αμείβω > αμοιβή), ιδίως στα παράγωγα, αλλιώς μετάπτωση
αρχ.
ωφέλεια («εἰς τὰς θυσίας δέκα τάλαντα καὶ τὴν ἐπαύξησιν τῶν πολιτῶν ἄλλα δέκα», Πολ.).