Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επιδεξιότητα

Revision as of 07:11, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (13)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

Greek Monolingual

η (AM ἐπιδεξιότης) επιδέξιος
η ιδιότητα του επιδέξιου, ικανότητα, ευφυΐα («διὰ τὴν ἐπιδεξιότητα και νουνέχειαν τἀνδρός», Πολύβ.)
νεοελλ.
τέχνη, μαστοριά (α. «τις επιδεξιότητες του κονταριού μαθαίνει» β. για ζωγραφιά, «με τόση επιδεξιότητα τήν είχε καμωμένη», Ερωτόκρ.)
αρχ.
τοποθέτηση, θέση προς τα δεξιά.