Open main menu

LSJ β

επιτίμηση

Greek Monolingual

η (AM ἐπιτίμηση) επιτιμώ
επίπληξη, τιμωρία, επίκριση, μομφή («οὐκ ἄλλων ἐπιτιμήσει ἀκούσαντες», Θουκ.)
μσν.
εξορκισμός με μορφή επιπλήξεως
αρχ.
1. ύψωση της τιμής, υπερτίμηση
2. (ρητ.) ανύψωση, μεγέθυνση με χρησιμοποίηση ισχυρότερου όρου.