Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ερευνώ

Revision as of 07:13, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (14)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

(AM ἐρευνῶ, -άω, Μ και ἐρεύω)
1. αναζητώ κάτι, ζητώ να βρω κάτι, ψάχνω για κάτι
2. εξετάζω με προσοχή κάτι, μελετώ, προσπαθώ να εισχωρήσω στο βάθος της υπόθεσης, να βρω την αλήθεια («ἐρευνῶ τάς Γραφάς»)
3. ιατρ. εξετάζω
μσν.
επιτηρώ
αρχ.
ζητώ να κάνω κάτι, προσπαθώ, δοκιμάζω, επιχειρώ να κάνω κάτι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. ερευνώ είναι μετονοματικό παράγωγο ενός θ. ερεF-(ε)ν-, το οποίο σχηματίστηκε από τα είρομαι, ερέ(F)-ω «ερωτώ» κατά τους ενεστ. σε -νάω. Το ονοματικό θ. συνδέεται πιθ. με αρχ. νορβ. raun «προσπάθεια, δοκιμή, έρευνα» (< ΙΕ rou-n-ā)].