Open main menu

LSJ β

ετερογνώμων

Greek Monolingual

ἑτερογνώμων, -ον (ΑΜ)
αυτός που έχει διαφορετική γνώμη
μσν.
(για τη θέληση του Χριστού αναφορικά με την ανθρώπινη και τη θεία υπόστασή του) διαφορετικός, ξεχωριστός στη σκέψη
αρχ.
1. αυτός που έχει ευμετάβλητες σκέψεις, ασταθή νου
2. (για σκέψεις) μεταβλητός, ασταθής
3. αυτός που προκαλεί διαφωνία, διένεξη ή διχόνοια («ἑτερογνώμονα στοιχεῑα»).
επίρρ...
ἑτερογνωμόνως
με διαφορετική γνώμη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο- + γνώμων (πρβλ. αγνώμων, ευγνώμων)].