Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ετερόκλιτος

Ἐὰν ᾖς φιλομαθής, ἔσει πολυμαθής -> If you are studious, you will become learned.
Isocrates, 1.18

Greek Monolingual

-η, -ο (ΑΜ ἑτερόκλιτος, -ον)
(για ονόματα ή ρήματα) αυτός που κλίνεται ανώμαλα («Ζευς, Διός», «πυρ, πυρά», «φέρω, οίσω, ήνεγκον»)
νεοελλ.
ο ετεροκλινής.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο- + κλιτός (< κλίνω) πρβλ. ά-κλιτος].