Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ευθυμία

Revision as of 07:14, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (15)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

η (ΑΜ εὐθυμία) εύθυμος
η ιδιότητα του εύθυμου, η καλή διάθεση, η ευχαρίστηση, η ικανοποίηση
μσν.- νεοελλ.
1. διασκέδαση
2. ευχάριστη διάθεση που φέρνει η μέθη
αρχ.
η γαλήνη της ψυχής, η ψυχική ισορροπία.