Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ευρύς

Revision as of 07:15, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (15)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

-εία -ύ (ΑΜ εὐρύς, -εῑα, -ύ)
1. εκείνος που έχει αρκετή ή μεγάλη έκταση, του οποίου τα άκρα ή οι πλευρές βρίσκονται σε απόσταση μεταξύ τους, πλατύς, φαρδύς
2. διαδεδομένος (α. «ευρεία φήμη» β. «ευρεία αναγνώριση της αξίας του»
γ) «εὐρὺ κλέος»)
μσν.
έτοιμος, πρόθυμος να κάνει κάτι κακό («εὐρὺς εἰς βλασφημίαν»)
αρχ.
1. παχύς, χοντρός
2. (το ουδ. εν. ως επίρρ.) εὐρυ
ευρέως.
επίρρ...
ευρέως (ΑΜ εὐρέως)
με μεγάλη διάδοση, πλατιά («διαδίδεται ευρέως ότι...»)
αρχ.
με ευρυχωρία, με άνεση.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η ετυμολογία της λ. παρουσιάζει προβλήματα. Συγγενής τ. το ουσ. εύρος. Η σύνδεση τους με τα αρχ. ινδ. uru «ευρύς», varas «ευρύτητα» και το αβεστ. vouru- «ευρύς» και κατ' επέκταση, με τον ΙΕ τ. wrrus (συνεσταλμένη βαθμίδα) «ευρύς» για το επίθ. και weros (απαθής βαθμίδα) «ευρύ» για το όνομα δεν ερμηνεύει το αρχικό φωνήεν ε-. Γι' αυτό συσχετίζεται με ελλ. αρχικό τ. ε-Fρύ-ς, με πρόθεματικό φωνήεν και μηδενισμένη βαθμίδα. Κατ' άλλη άποψη, το ε είναι προϊόν μεταθέσεως από αρχικό τ. Fερύς, με απαθή βαθμίδα. Ως α' συνθετικό η λ. ευρύς απαντά σε πολυάριθμα σύνθετα, πολλά από τα οποία μαρτυρούνται από την αρχαία εποχή μέχρι σήμερα. Ως β' συνθετικό απαντά με τη μορφή -ευρής στον τ. ισο-ευρής.
ΠΑΡ. ευρύνω, ευρύτης
νεοελλ.
εύρυνση
(Για σύνθ. βλ. ευρυ-)].