Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εὐφυής

Revision as of 11:20, 26 February 2019 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - " . ." to "…")
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.
Full diacritics: εὐφῠής Medium diacritics: εὐφυής Low diacritics: ευφυής Capitals: ΕΥΦΥΗΣ
Transliteration A: euphyḗs Transliteration B: euphyēs Transliteration C: effyis Beta Code: eu)fuh/s

English (LSJ)

ές, (φυή)

   A well-grown, shapely, μηροί Il.4.147; πτελέη 21.243; κλάδος, of ivy, E.Fr.88; πρόσωπον Id.Med.1198; ὀδόντες Alex. 98.20; μαζοί AP5.55 (Diosc.); suitably formed, πόδες Arist.PA691b15; χορείας εὐφυὴς βάσις well-ordered, graceful, Ar.Th.968 (lyr.).    II of good natural disposition, X.Mem.1.6.13, al., Arist. EN1114b8, Thphr. Char.29.4; of horses and dogs, X.Mem.4.1.3 (Sup.), Jul. Or.2.87a.    2 naturally suited or adapted, πρός τι Pl.R.455b; πρὸς τὰς τέχνας Isoc.4.33 (Sup.); εἴς τι Pl.Prt.327b (Sup.); οὐκ εὐ. λέγειν Aeschin.1.181; εὐ. τὰ σώματα καὶ τὰς ψυχάς Pl.R.409e; -έστατος τὴν γνώμην Isoc.9.41: rarely in bad sense, εὐ. πρὸς ἀγονίαν Arist. GA 748b8. Adv., εὐφυῶς ἔχει c. inf., Id.Pol.1321a9; εὐ. ἔχειν πρὸς… ib. 1303b8: Comp. -έστερον, ἔχειν D.61.42; also -εστέρως Hierocl. p.27A.    3 of place, well situated, Arist. PA666a14 (Sup.); of time, καιρὸς εὐ. πρὸς σωτηρίαν Plb.1.19.12. Adv. -ῶς, κεῖσθαι πρὸς... Arist. Pol.1327a33.    III naturally clever, like εὐτράπελος, euphem. for βωμολόχος, Isoc.7.49, 15.284; σοφιστὴς εὐ. Alex.36.4, cf. 135.13; εὐφυής a man of genius, Arist. Po.1455a32, cf. Rh.1390b28; opp. γεγυμνασμένος, ib.1410b8; of hounds, Id.HA608a27 (Comp.). Adv. εὐφυῶς cleverly, skilfully, Pl.R.401c; κολακεύειν Antiph.144.2; ὀψοποιεῖν Alex.24.1.

French (Bailly abrégé)

ής, ές :
qui pousse bien :
1 bien venu, fort, vigoureux;
2 heureusement né, qui a d’heureuses dispositions ; οἱ εὐφυεῖς les gens d’esprit;
Cp. εὐφυέστερος, Sp. εὐφυέστατος.
Étymologie: εὖ, φύω.

Greek Monolingual

-ές (ΑΜ εὐφυής, -ές)
αυτός που έχει οξεία αντίληψη, μεγάλη πνευματική ικανότητα, εύστροφος, έξυπνος («η σκέψη του ήταν ευφυέστατη»)
μσν.
ταιριαστός
αρχ.
1. αυτός που έχει καλή διάπλαση, καλοφτιαγμένος, καλοσχηματισμένος («πόδας εὐφυεῑς», Αριστοτ.)
2. (για πράγματα) καλά ή κατάλληλα σχηματισμένος, καλοκατασκευασμένος, χαριτωμένος («πρῶτον εὐκύκλου χορείας εὐφυᾱ στῆσαι βάσιν» — κατ' αρχάς θα χορέψουν σε ωραίο κύκλο με κατάλληλο, χαριτωμένο βηματισμό, Αριστοφ.)
3. αυτός που έχει καλή προδιάθεση, που αρμόζει από τη φύση του σε κάτι, κατάλληλος για κάτιοὕτως ἔλεγες τὸν μὲν εὐφυῆ πρός τι εἶναι, τὸν δὲ ἀφυῆ», Πλάτ.)
4. (για τόπο ή χρόνο) ευνοϊκός, κατάλληλος (α. «εὐφυέστατος δὲ τῶν τόπων ὁ μέσος», Αριστοτ.
β. «νομίσας ἔχειν εὐφυῆ καιρὸν πρὸς σωτηρίαν», Πολ.)
5. (κατ' ευφ.) προικισμένος με οξύ νου, οξύνους, εφευρετικός («καὶ τοὺς εὐτραπέλους δὲ καὶ σκώπτειν δυναμένους, οὕς νῡν εὐφυεῑς προσαγορεύουσιν, ἐκεῑνοι δυστυχεῑς ἐνόμιζον», Ισοκρ.)
6. αυτός που έχει μεγάλες πνευματικές ικανότητες, ιδιοφυής ή μεγαλοφυής («εὐφυοῡς ἡ ποιητική ἐστιν ἢ μανικοῡ», Αριστοτ.). Επιρρ. ευφυώς (ΑΜ εὐφυῶς)
έξυπνα, κατάλληλα, επιδέξια (α. «απάντησε ευφυώς» β. «τοὺς δημιουργοὺς τοὺς εὐφυῶς δυναμένους ἰχνεύειν τὴν τοῦ καλοῡ φύσιν», Πλάτ.)
μσν.-αρχ.
αρμόδια, κατάλληλα
αρχ.
(για τόπο) κατάλληλα, ευνοϊκά («εὐφυώς κείμενα», Αριστοτ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -φυής (< φυή ή φύος < φύομαι «γίνομαι μεγάλος, προκόβω, προοδεύω»), πρβλ. αυτο-φυής, ιδιο-φυής].

Greek Monotonic

εὐφυής: -ές (φυή),·
I. καλοαναθρεμμένος, ευτραφής, καλοσχηματισμένος, όμορφος, σε Ομήρ. Ιλ., Ευρ.
II. 1. αυτός που έχει καλή διάθεση εκ φύσεως, ευφυής, έξυπνος, σε Ξεν.· λέγεται για άλογα και σκύλους, στον ίδ.
2. φυσικά προσαρμοσμένος, ταιριαστός ή ευπροσάρμοστος, προσαρμόσιμος, εἴς ή πρός τι, σε Πλάτ.· με απαρ., εὐφυὴς λέγειν, σε Αισχίν.· επίρρ. εὐφυῶς, σε Δημ.
III. λέγεται για θετικά φυσικά χαρίσματα, έξυπνος, σε Αριστ.· επίρρ. εὐφυῶς, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

εὐφῠής:
1) разросшийся (κλάδος Eur.);
2) высокий (πτελέη Hom.);
3) хорошо развитой, мощный (μηροί Hom.);
4) цветущий, полный или красивый (πρόσωπον Eur.);
5) стройный, изящный (χορείας βάσις Arph.);
6) (тж. τῇ φύσει εὐ. Arst.) одаренный от природы хорошими качествами, хорошей породы (ἵπποι Xen.; κύνες Arst.);
7) одаренный, способный, даровитый (ποιητής Plut.; πρός τι Plat., Isocr., Plut., εἴς τι Plat. и ποιεῖν τι Aeschin.): οἱ ευφυεῖς τὰ σώματα καὶ τὰς ψυχάς Plat. одаренные в физическом и духовном отношениях;
8) благоприятный, удобный, пригодный (καιρὸς εὐ. πρός τι Arst., Polyb.; τόπος εὐ. παρατάξαι φάλαγγα Plut.).

Middle Liddell

εὐ-φυής, ές [φυή]
I. well-grown, shapely, goodly, Il., Eur.
II. of good natural disposition, Xen.; of horses and dogs, Xen.
2. naturally suited or adapted, εἴς or πρός τι Plat.; c. inf., εὐφυὴς λέγειν Aeschin.:— adv. εὐφυῶς Dem.
III. of good natural parts, clever, Arist.:—adv. εὐφυῶς, Plat.