Open main menu

LSJ β

ζέλλω

Contents

English (LSJ)

aor. 2 ἔζελον, Arc. for βάλλω, Hsch., EM408.42.

German (Pape)

[Seite 1137] nach VLL. arkad., = βάλλω.

Greek (Liddell-Scott)

ζέλλω: ἀόρ. ἔζελον, Ἀρκαδικὸν ἀντὶ βάλλω, Ἡσύχ., Ε. Μ. 408. 42.

Greek Monolingual

ζέλλω (Α)
αρκαδ. τ. του βάλλω.