Open main menu

LSJ β

ζέρεθρον

Contents

English (LSJ)

τό, Arc. for βέρεθρον, βάραθρον, Str.8.8.4.

German (Pape)

[Seite 1137] τό, arkadisch für βέρεθρον, VLL.; vgl. Strab. VIII, 389.

Greek (Liddell-Scott)

ζέρεθρον: τὸ, Ἀρκαδ. ἀντὶ βέρεθρον, βάραθρον, Στράβ. 389.

Greek Monolingual

ζέρεθρον, τὁ (Α)
υπόγειο ρεύμα ποταμού («πρότερον δ' οὐκ ἐχόντων ἔκρυσιν, τῶν βερέθρων, ἃ καλοῦσιν οἱ Ἀρκάδες ζέρεθρα», Στράβ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Αρκαδ. τ. του βέρεθρον].