Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ζευγάρι

Revision as of 06:35, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (16)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

το (AM ζευγάριον, Μ και ζευγάριο και ζευγάριν)
ζεύγος από βόδια για την καλλιέργεια της γης (α. «ζευγάριον βοεικόν», Αριστοφ.
β. «τίποτα δεν μάς μένει, ούτε ζευγάρι ούτε σπορά», Βαλαωρ.)
νεοελλ.
φρ.
1. «κάνω ζευγάρι» — καλλιεργώ, οργώνω
2. «βγήκαν τα ζευγάρια» — άρχισε το όργωμα
3. (ως επίρρ.) ανά δύο, κατά ζεύγη («οι Χιώτες πάνε ζευγάρι»)
νεοελλ.-μσν.
1. δύο ομοειδή αντικείμενα που συμπληρώνουν το ένα το άλλο («ένα ζευγάρι παπούτσια»)
2. δύο όμοια ή δύο περίπου όμοια ζώα ή πράγματα («ένα ζευγάρι φανέλες»)
3. ζεύγος από αρσενικό και θηλυκό, αντρόγυνο («ταιριαστό ζευγάρι»)
4. έκταση γης την οποία μπορεί σ' ένα χρονικό διάστημα να καλλιεργήσει κάποιος με ένα ζευγάρι βοδιών.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ζεύγος + κατάλ. -άρι πρβλ. λιθ-άρι, μοσχ-άρι].