Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ζευγάρι

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

το (AM ζευγάριον, Μ και ζευγάριο και ζευγάριν)
ζεύγος από βόδια για την καλλιέργεια της γης (α. «ζευγάριον βοεικόν», Αριστοφ.
β. «τίποτα δεν μάς μένει, ούτε ζευγάρι ούτε σπορά», Βαλαωρ.)
νεοελλ.
φρ.
1. «κάνω ζευγάρι» — καλλιεργώ, οργώνω
2. «βγήκαν τα ζευγάρια» — άρχισε το όργωμα
3. (ως επίρρ.) ανά δύο, κατά ζεύγη («οι Χιώτες πάνε ζευγάρι»)
νεοελλ.-μσν.
1. δύο ομοειδή αντικείμενα που συμπληρώνουν το ένα το άλλο («ένα ζευγάρι παπούτσια»)
2. δύο όμοια ή δύο περίπου όμοια ζώα ή πράγματα («ένα ζευγάρι φανέλες»)
3. ζεύγος από αρσενικό και θηλυκό, αντρόγυνο («ταιριαστό ζευγάρι»)
4. έκταση γης την οποία μπορεί σ' ένα χρονικό διάστημα να καλλιεργήσει κάποιος με ένα ζευγάρι βοδιών.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ζεύγος + κατάλ. -άρι πρβλ. λιθ-άρι, μοσχ-άρι].