Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θιασώτης

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523
Full diacritics: θῐᾰσώτης Medium diacritics: θιασώτης Low diacritics: θιασώτης Capitals: ΘΙΑΣΩΤΗΣ
Transliteration A: thiasṓtēs Transliteration B: thiasōtēs Transliteration C: thiasotis Beta Code: qiasw/ths

English (LSJ)

ου, ὁ,

   A member of a θίασος, Ar.Ra.327 (lyr.), Is.9.30, IG22.1237.95; θ. καὶ ἐρανισταί Arist.EN1160a19.    2 c. gen., θιασῶται τοῦ θεοῦ τούτου (sc. Ἔρωτος) worshippers of Love, X.Smp.8.1; Ἀφροδίτης οἱ θ. IG22.1261.23; ὁ ἐμὸς θ. my fellow-reveller, E.Ba.548 (lyr.); οἱ ἑαυτοῦ θ. fellow-members of his θ., IG22.1237.73.    3 of Bacchus, leader of θίασοι, AP9.524.9.    4 generally, follower, disciple, Luc.Fug.4; Πλάτωνος Them.Or.2.33c.

German (Pape)

[Seite 1211] ὁ, Mitglied eines θίασος, dah. Verehrer eines Gottes, Eur. Bacch. 548; πάντες ἐσμὲν τοῦ θεοῦ (Ἔρωτος) θιασῶται Xen. Conv. 8, 1; Is. 9, 30; Arist. Eth. 8, 10 u. Sp.; bei D. C. 56, 46 Priester der als Götter verehrten Kaiser. – Uebh. Schüler, Anhänger, Themist. – Auch Dionysos selbst heißt so als Vorsteher der θίασοι, Hymn. in Bacch. (IX, 524, 8).

Greek (Liddell-Scott)

θιᾰσώτης: -ου, ὁ, μέλος θιάσου, Ἀριστοφ. Βατρ. 327, Ἰσαῖος 77. 45, Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 8. 9, 5, Συλλ. Ἐπιγρ. 109 - 10, κ. ἀλλ. 2) μετὰ γεν., θιασῶται τοῦ Ἔρωτος, λάτρεις, ὀπαδοὶ τοῦ ἔρωτος, Ξεν. Συμπ. 8. 1· ὁ ἐμὸς θ. Εὐρ. Βάκχ. 549. 3) ἐπὶ τοῦ Βάκχου, ἀρχηγὸς θιάσων, Ἀνθ. Π. 9. 524, 8. 4) καθόλου, ὀπαδός, μαθητής, Λουκ. Δραπέτ. 4, Θεμίστ. 33C.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
1 membre d’un thiase, particul. adorateur d’une divinité;
2 p. ext. disciple (d’un philosophe).
Étymologie: θίασος.

Greek Monolingual

ο
θηλ. θιασώτιςθιασώτης, θηλ. θιασῶτις, -ιδος) θίασος
ενθουσιώδης οπαδός, θαυμαστής, υπέρμαχος
αρχ.
1. μέλος θρησκευτικού θιάσου
2. λάτρης, πιστός
3. αυτός που συμμετέχει σε θρησκευτικά λατρευτικά όργια, συνοργιαστής
4. (για τον Βάκχο) αρχηγός θιάσων.

Greek Monotonic

θιᾰσώτης: -ου, ὁ,
1. το μέλος ενός θιάσου, σε Αριστοφ., κ.λπ.· με γεν., θιασῶται τοῦ Ἔρωτος, οπαδοί, ακόλουθοι του Έρωτα, σε Ξεν.· ὁ ἐμὸς θιασώτης, σε Ευρ.
2. λέγεται για τον Βάκχο, ο αρχηγός των θιάσων, σε Ανθ. Π.

Russian (Dvoretsky)

θιᾰσώτης: ου ὁ
1) тиасот, участник религиозного шествия или член религиозного общества для совместных жертвоприношений Arph., Arst.;
2) обожатель, поклонник (τοῦ θεοῦ, sc. Ἔρωτος Plat.; τῆς μουσικῆς Plut.);
3) ученик, последователь, приверженец (τῶν φιλοσοφούντων θιασῶται Luc.);
4) предводитель вакхических шествий (Διόνυσος Anth.).

Middle Liddell

θιᾰσώτης, ου,
1. the member of a θίασος, Ar., etc.:— c. gen., θιασῶται τοῦ Ἔρωτος followers of Love, Xen.; ὁ ἐμὸς θ. Eur.
2. of Bacchus, leader of θίασοι, Anth.