Open main menu

LSJ β

θυαφόρος

English (LSJ)

ὁ, A thurifer, SIG1025.52 (Cos, iv/iii B.C.).

Greek Monolingual

θυαφόρος, ὁ (Α)
επιγρ. λιβανοφόρος, αυτός που φέρει θύα, λιβανωτό για τη θυσία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θύα + -φόρος (< φέρω), πρβλ. αγγελιαφόρος, κανηφόρος.