Open main menu

LSJ β

θυσανοσωρείτες

Greek Monolingual

οι (μετεωρ.) κύρια κατηγορία νεφών τα οποία έχουν τη μορφή λεπτών λευκών σφαιρών, φύλλων ή στρωμάτων, διατεταγμένων με τη μορφή πολύ λεπτών πτυχώσεων ή κυματισμών.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θύσανος + σωρείτης. Απόδοση στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. γαλλ. cirro-cumulus. Η λ. μαρτυρείται από το 1896 στο Λεξικόν Ελληνογαλλικόν του Αγγ. Σ. Βλάχου].