Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ιδέ

Revision as of 14:10, 8 January 2019 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "———————— " to "<br />")
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.

Greek Monolingual

(I)
ἰδέ (Α)
1. και («εὐφυέες κνῆμαί τε ἰδὲ σφυρὰ κάλ' ὑπένερθεν», Ομ. Ιλ.)
2. επιγρ. σ' αυτή την περίπτωση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αντωνυμία ι- (πρβλ. ι-θαγενής) + μόριο -δε].
(II)
και ιδές και ίδε (ΑΜ ἴδε, αττ. τ. ἰδέ)
1. βλέπε, δες («ἴδ', ὦ φίλα γυναικῶν», Σοφ.)
2. (ως επίρρ.) φρ. «Ίδε ο άνθρωπος»
«να, ο άνθρωπος», η φράση του Ποντίου Πιλάτου όταν παρουσίασε τον Ιησού με ακάνθινο στέφανο για να προκαλέσει τη συμπάθεια του όχλου.
[ΕΤΥΜΟΛ. β' προσ. εν. προστ. του αορ. β' (είδον) του ορώ «βλέπω»].