Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ιδιαιτερότητα

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual


η ιδιότητα του ιδιαίτερου, το να είναι κάποιος ξεχωριστός από τους άλλους, το να έχει χαρακτηριστικά που δεν τά έχουν άλλοι («το ζήτημα αυτό παρουσιάζει μια ιδιαιτερότητα σε σχέση με τα άλλα»).
[ΕΤΥΜΟΛ. Απόδοση στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. specificality (< specifical < μτγν. λατ. specificus «ειδικός, ιδιαίτερος»)].