Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ιδιοκτησία

Revision as of 07:18, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (17)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

η
1. η κινητή ή ακίνητη περιουσία που έχει κάποιος στην κατοχή του («έχει μεγάλη ιδιοκτησία»)
2. η ιδιότητα του ιδιοκτήτη, η κυριότητα («η έκταση αυτή περιήλθε στην ιδιοκτησία μου»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιδιόκτητος. Η λ. μαρτυρείται από το 1782 στον Αδάμ. Κοραή].