Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ισότητα

Revision as of 07:19, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (18)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

η (ΑΜ ἰσότης) ίσος
1. η σχέση μεταξύ δύο ή περισσότερων ίσων πραγμάτων ή εννοιών, η έλλειψη διαφοράς μεταξύ τους
ισότητα κληρονομικών δικαιωμάτων»
2. δικαιοσύνη, αμεροληψία
νεοελλ.
φρ. α) «κοινωνική ισότητα» — η εξομοίωση τών κοινωνικών τάξεων ως προς τα δικαιώματα και τα καθήκοντά τους
β) «πολιτική ισότητα» — η εξομοίωση ως προς τα πολιτικά δικαιώματα
γ) «ισότητα τών δύο φύλων» — ισοτιμία της γυναίκας προς τον άνδρα
μσν.
1. ισιάδα, ευθύτητα
2. νόμος
3. ισοτιμία
αρχ.
(για τη γη) ομοιότητα, ομοιομορφία.