Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ισόχρονος

Revision as of 07:19, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (18)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

-η, -ο (ΑΜ ἰσόχρονος, -ον)
1. αυτός που γίνεται κατά την ίδια χρονική στιγμή, σύγχρονος
2. αυτός που γίνεται κατά ίσα χρονικά διαστήματα
νεοελλ.
φρ. «ισόχρονη γραμμή» — νοητή γραμμή που συνδέει όλα τα γεωγραφικά σημεία στα οποία αρχίζει να εκδηλώνεται καταιγίδα την ίδια ακριβώς ώρα
αρχ.
1. (για σφυγμό) κανονικός, ομαλός
2. γραμμ. αυτός που έχει τον ίδιο χρόνο, ομόχρονος
3. φρ. «στίχος ἰσόχρονος» — στίχος που αποτελείται από όμοιους πόδες, ολοδάκτυλος, ολοσπόνδειος κ.λπ.
επίρρ...
ισοχρόνως και -α (ΑΜ ἰσοχρόνως)
1. κατα ίσα χρονικά διαστήματα
2. συγχρόνως.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἰσ(ο)- + -χρονος (< χρόνος), πρβλ. ομοιό-χρονος, υστερό-χρονος].