Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κάνθαρος

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: κάνθᾰρος Medium diacritics: κάνθαρος Low diacritics: κάνθαρος Capitals: ΚΑΝΘΑΡΟΣ
Transliteration A: kántharos Transliteration B: kantharos Transliteration C: kantharos Beta Code: ka/nqaros

English (LSJ)

ὁ,

   A dung-beetle, Scarabaeus pilularius, Arist.HA490a15, al., Ael.NA10.15, Ar.Lys.695, Crates Theb.10.6, Theoc.5.114, Aesop.7, etc.; Αἰτναῖος κ., a specially large kind, A.Fr.233, S.Ichn. 300, cf. Epich.76: prov., κανθάρου σκιαί, of some paltry fear, Hsch., Diogenian.5.88; so ἀθυμῶν ὅτι αὐτοῦ καταθέουσι δύο κανθάρω Lib.Ep. 91.4.    II a sort of drinking-cup with large handles, Phryn.Com. 15, Amips.2, Axionic.7.    III a kind of Naxian boat, Ar.Pax143, Sosicr.2, Nicostr.Com.10.    IV black sea-bream, Cantharus lineatus, Arist.HA598a10.    V in Egypt, mark or knot on the tongue of the Apis-bull, Hdt.3.28.    VI woman's ornament, prob. a gem in scarab-form, Antiph.61.

German (Pape)

[Seite 1320] ὁ, 1) eine Käferart, der in Aegypten verehrte Skarabäus; Ar. Pax; Arist. H. A. 5, 19; Ael. H. A. 10, 15. Auf ihn bezog sich das Sprichwort κανθάρου σκιά, wenn sich Einer vor Unbedeutendem fürchtet, Diogen. 5, 88; ἐξ ὄνων S. Emp. pyrrh. 1, 41. – 2) eine Art Becher, die von einem Manne Κάνθαρος benannt sein soll, Ath. XI, 473 ff., mit Beispielen aus den Comic. – Von der Aehnlichkeit damit ein Boot, Ναξιουργής Ar. Pax 143, Ath. a. a. O. – 3) ein Meerfisch, Arist. H. A. 8, 13. – 41 ein Frauenschmuck, Antiphan. bei Ath. XI, 474 e. – 5) ein Zeichen auf der Zunge des von den Aegyptiern verehrten Apis, Her. 3, 28.

Greek (Liddell-Scott)

κάνθᾰρος: ὁ, Λατ. cantharus, εἶδος κανθάρου λατρευομένου ἐν Αἰγύπτῳ, Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 232, Σοφ. Ἀποσπ. 173, Ἐπίχ. παρὰ τῷ Σχολιαστ. Ἀριστοφάνους εἰς Εἰρ. 72·-παροιμ., κανθάρου σκιαί, «ἐπὶ τῶν φοβουμένων τὰ μὴ ἄξια φόβου» Διογενιαν. ἐν Παροιμιογρ. σ.200, ἔκδ. Caisf.· περὶ τοῦ ἐν Ἀριστοφ. Λυσ. 695 στίχου: ἀετὸν τίκτοντα κάνθαρός σε μαιεύσομαι ἴδε μαιεύομαι. ΙΙ. εἶδος ποτηρίου, cantharus, scarabaeus, Φρύν. ἐν «Κωμασταῖς» 1, κτλ., παρ’ Ἀθην. 473 κἑξ. ΙΙΙ) εἶδος Ναξίου πλοιαρίου, Ἀριστοφ. Εἰρ. 143, πρβλ. Meineke εἰς Μένανδρ. 122· ἴδε κάραβος ΙΙΙ. IV. εἶδος θαλασσίου ἰχθύος, ὡσαύτως ἐν τῷ Λατ. cantharus, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 8, 13, 3. Ὁ ἰχθὺς οὗτος σήμερον ὀνομάζεται σκάθαρος καὶ σκαθάρι, ἴδε σημ. Κοραῆ εἰς Ξενοκρ. σ. 75 κἑξ. V. σημεῖον ἐπὶ τῆς γλώσσης τοῦ Αἰγυπτίου θεοῦ Ἄπιος, «ἔχει δὲ ὁ μόσχος οὗτος, ὁ Ἄπις καλεόμενος, σημήια τοιάδε· ἐὼν μέλας ἐπὶ μὲν τῷ μετώπῳ λευκὸν τετράγωνον…, ὑπὸ δὲ τῇ γλώσσῃ κάνθαρον» Ἡρόδ. 3.28· nodus ἐν Πλιν. 8. 71. IV. γυναικεῖόν τι κόσμημα, Ἀντιφάνης ἐν «Βοιωτίᾳ» 4 (Ἀθήν. 474Ε)· πιθανῶς πολύτιμός τις λίθος, ἴδε Müller Archäol. d. Cunst. § 230.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
1 escarbot ou scarabée, insecte ; p. anal. signe sur la langue du bœuf Apis ; parure de femme (prob. en forme de scarabée);
2 canthare, vase à boire à deux anses très hautes, spéc. de Dionysos.
Étymologie: DELG étym. obscure -- Babiniotis pê substrat préhell.

Spanish

escarabajo

Greek Monolingual

ο (AM κάνθαρος)
1. ζωολ. το έντομο σκαραβαίος
2. ζωολ. λόγια ονομασία του ψαριού Spondyliosoma cantharus, κν. γνωστό ως σκαθάρι
νεοελλ.
1. ζωολ. γένος γαστερόποδων μαλακίων της τάξης τών τερηδονιδών
2. ναυτ. φορτηγίδα ειδικής κατασκευής που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά και απόρριψη τών βυθοκορημάτων στο πέλαγος, μακριά από το λιμάνι, κν. μαούνα της φαγάνας.
μσν.
παροιμ. «κανθάρου σκιαί» — για όσους φοβούνται πράγματα ανάξια φόβου
αρχ.
1. είδος πλοιαρίου της Νάξου
2. είδος μικρού αγγείου ή κυπέλλου με χαμηλή βάση και μεγάλες λαβές, όμοιου με ποτήρι
3. γυναικείο κόσμημα, πιθ. πολύτιμος λίθος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Ίσως < κάνθ-ων (ονομασία του γαϊδάρου) + κατάλ. -αρος, πρβλ. κίσσ-αρος, χίμ-αρος. Το θ. της λέξεως κανθ- ανάγεται πιθ. στο προελληνικό γλωσσικό υπόστρωμα].

Greek Monotonic

κάνθᾰρος: ὁ, Λατ. cantharus,
I. το σκαθάρι που λατρεύονταν στην Αίγυπτο, σε Αισχύλ. κ.λπ.
II. Ναξιώτικο πλοιάριο, σε Αριστοφ.
III. σημάδι ή ρόζιασμα όμοιο με σκαθάρι, πάνω στην γλώσσα του Αιγυπτίου θεού Άπις, σε Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

κάνθᾰρος:
1) жук-скарабей Arph., Arst., Plut.;
2) «жук» (особый знак на языке быка Аписа, в Египте) Her.;
3) «жук» (вид лодки, изготовлявшейся на о-ве Наксос; отсюда - κ. ναξιουργής Arph.);
4) название неизвестной нам морской рыбы Arst.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κάνθαρος -ου, ὁ mestkever; anal., op mestkever gelijkend wrat:. ὑπὸ δὲ τῇ γλώσσῃ κάνθαρον ( ἔχει ) onder zijn tong heeft hij (Apis) een wrat Hdt. 3.28.3. boot.

Frisk Etymological English

Grammatical information: m.
Meaning: kind of (dung-)beetle, Scarabaeus pilularius, also metaph. of a drinking cup, a kanoo, a fish (Strömberg Fischnamen 123f.), a woman's ornament (IA.)
Compounds: As 2. member e. g. in ἡλιο-, κυκνο-κάνθαρος (Com.)
Derivatives: κανθάριον name of a beaker (Att. inscr., Plu.); κανθαρίς a beetle, also name of a fish and a plant (Hp., Arist.); κανθάρεως name of a vine (Thphr.; -εως as in ἐρινεώς; s. on ἐρινεός), κανθαρίτης οἶνος (Plin.), both of the Κανθάριος ἄκρα on Samos (Str.), (also called Ἄμπελος, Redard Les noms grecs en -της 97); κανθαρίας name of a precious stone (Plin.); κανθαρώδης κ.-like (sch.).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]; LW [loanword] Sem.
Etymology: Not well explained. By Strömberg Wortstudien 10f. connected with the name of the ass, κάνθων, κανθήλιος (hardly probable) with the suffix as in χίμαρος, κίσσαρος a. o. (Chantraine Formation 226f.). - On the plant name κανθαρίς, ἀντικάνθαρον s. Strömberg Pflanzennamen 140. Chantr. pointed out that there are anthroponymes Bechtel, H. Personennamen 582 and 589, as well as place names, as Κάνθαρος, a port of Piraeus, and concludes that it can be a term from Pre-Greek, with which I agree. - As there is an Acc. word kanda\/uru- cup, in this meaning it will be a loan, Szemerényi, Gnomon 43 (1971) 672,

Middle Liddell

κάνθᾰρος, ὁ,
I. Lat. cantharus, a beetle worshipped in Egypt, Aesch., etc.
II. a Naxian boat, Ar.
III. a mark or knot like a beetle, on the tongue of the Egyptian god Apis, Hdt.

Frisk Etymology German

κάνθαρος: {kántharos}
Grammar: m.
Meaning: Art Käfer, Scarabaeus pilularius, auch übertr. von einem Trinkbecher, einem Kahn, einem Fisch (Strömberg Fischnamen 123f.), einem weiblichen Schmuck (ion. att.).
Composita : Als Hinterglied z. B. in ἡλιο-, κυκνοκάνθαρος (Kom. u. a.).
Derivative: Ableitungen: κανθάριον Ben. eines Bechers (att. Inschr., Plu.); κανθαρίς Käferart, auch N. eines Fisches und einer Pflanze (Hp., Arist. usw.); κανθάρεως Ben. eines Weinstocks (Thphr.; -εως wie in ἐρινεώς u. a.; s. zu ἐρινεός), κανθαρίτης οἶνος (Plin.), beide von der Κανθάριος ἄκρα auf Samos (Str.), auch Ἄμπελος benannt (Redard Les noms grecs en -της 97); κανθαρίας N. eines Edelsteins (Plin.); κανθαρώδης ‘κ.-ähnlich’ (Sch.).
Etymology : Nicht sicher erklärt. Von Strömberg Wortstudien 10f. (wo weitere Einzelheiten) auf den Namen des Esels, κάνθων, κανθήλιος bezogen mit demselben Suffix wie in χίμαρος, κίσσαρος u. a. (Chantraine Formation 226f.). — Über die Pflanzennamen κανθαρίς, ἀντικάνθαρον s. Strömberg Pflanzennamen 140.
Page 1,776-777