Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κάρβουνο

Revision as of 07:21, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (19)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

το (Μ κάρβουνο[ν] και κάρβωνον)
1. άνθρακας, ξυλάνθρακας, ξυλοκάρβουνο
2. μτφ. ερωτικός πόθος, πάθος («και να γροικού κάρβουνο στσι καρδιές τως», Πανώρ.
νεοελλ.
1. κάθε είδος άνθρακα, γαιάνθρακας, λιγνίτης, λιθάνθρακας ή ξυλάνθρακας
2. (στη ζωγραφική) ειδικός άνθρακας σε σχήμα κονδυλιού που χρησιμοποιείται για σχεδιαγράφηση
3. μτφ. (για πρόσ.) επιζήμιος, επικίνδυνος («μην τον πλησιάζεις, γιατί είναι κάρβουνο»)
4. μτφ. έγνοια, βάσανο («καίγεσαι καθημερνό... και κάρβουνα σέ καίσι», Τζάν.)
5. φρ. α) «κάθομαι στα κάρβουνα» — είμαι υπερβολικά ανήσυχος, αδημονώ, ανησυχώ
β) «κάνει κάρβουνο»
(για ατμόπλοιο) ανθρακεύει, προμηθεύεται κάρβουνο για την κίνησή του
γ) «μέ καίνε κάρβουνα» — βασανίζομαι ψυχικά, υποφέρω, έχω βάσανα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. ελλ. κάρβων < λατ. carbo, -onis].