Open main menu

LSJ β

κατάληξη

Greek Monolingual

ἡ (AM κατάληξις) καταλήγω
τέλος, παύση, τελείωμα
νεοελλ.
1. έκβαση, απόληξη, αποτέλεσμα
2. γραμμ. η τελευταία συλλαβή ή ο τελευταίος φθόγγος της λέξης, τα οποία δίνουν σαφή παράσταση του τύπου της, σε αντιδιαστολή προς το θέμα ή στέλεχος
αρχ.
1. η τελευταία συλλαβή στίχου, κυρίως ο τελευταίος πους όταν είναι ελλιπής κατά μία ή περισσότερες συλλαβές.