Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Difference between revisions of "κατάλογος"

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
(Bailly1_3)
(19)
Line 18: Line 18:
 
{{bailly
 
{{bailly
 
|btext=ου (ὁ) :<br /><b>1</b> liste <i>ou</i> registre des citoyens;<br /><b>2</b> registre des citoyens inscrits pour le service militaire : [[οἱ]] [[ἐκ]] [[τοῦ]] κατάλογου THC, [[οἱ]] [[ἐν]] [[τῷ]] καταλόγῳ XÉN les soldats inscrits sur les rôles ; [[οἱ]] [[ἔξω]] [[τοῦ]] καταλόγου XÉN ceux qui ne sont pas inscrits sur les listes d’enrôlement ; [[οἱ]] ὑπὲρ τὸν κατάλογον DÉM ceux qui ne sont plus en âge d’être portés sur les rôles (<i>lat.</i> emeriti) ; καταλόγους ποιεῖσθαι THC dresser les listes d’enrôlement, faire une levée;<br /><b>3</b> liste du Conseil <i>ou</i> du Sénat.<br />'''Étymologie:''' [[καταλέγω]].
 
|btext=ου (ὁ) :<br /><b>1</b> liste <i>ou</i> registre des citoyens;<br /><b>2</b> registre des citoyens inscrits pour le service militaire : [[οἱ]] [[ἐκ]] [[τοῦ]] κατάλογου THC, [[οἱ]] [[ἐν]] [[τῷ]] καταλόγῳ XÉN les soldats inscrits sur les rôles ; [[οἱ]] [[ἔξω]] [[τοῦ]] καταλόγου XÉN ceux qui ne sont pas inscrits sur les listes d’enrôlement ; [[οἱ]] ὑπὲρ τὸν κατάλογον DÉM ceux qui ne sont plus en âge d’être portés sur les rôles (<i>lat.</i> emeriti) ; καταλόγους ποιεῖσθαι THC dresser les listes d’enrôlement, faire une levée;<br /><b>3</b> liste du Conseil <i>ou</i> du Sénat.<br />'''Étymologie:''' [[καταλέγω]].
 +
}}
 +
{{grml
 +
|mltxt=ο (AM [[κατάλογος]])<br /><b>1.</b> η [[αναγραφή]] ονομάτων προσώπων ή πραγμάτων [[κατά]] [[σειρά]]<br /><b>2.</b> ο [[πίνακας]], η [[κατάσταση]] που περιέχει τα ονόματα [[κατά]] [[σειρά]]<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>1.</b> το προσωπικό [[βιβλίο]] ή [[σημειωματάριο]] βαθμολογίας του δάσκαλου ή του καθηγητή με τα ονοματεπώνυμα τών μαθητών σε αλφαβητική [[σειρά]]<br /><b>2.</b> <b>φρ.</b> α) «[[εκλογικός]] [[κατάλογος]]» — [[κατάλογος]], [[πίνακας]] με τα ονοματεπώνυμα τών εκλογέων εκλογικού τμήματος ή περιφέρειας σε αλφαβητική [[σειρά]]<br />β) «[[κατάλογος]] εκλογίμων» — [[κατάλογος]] με τα ονόματα αυτών που έχουν τα [[νόμιμα]] ή τα κανονικά προσόντα για να αναδειχθούν [[κατόπιν]] εκλογής σε κάποιο [[αξίωμα]]<br /><b>μσν.</b><br /><b>1.</b> ερωτικό [[στιχούργημα]], [[καταλόγι]]<br /><b>2.</b> η [[φήμη]] ενός προσώπου<br /><b>3.</b> το [[σύνολο]] εκείνων τών οποίων τα ονόματα έχουν καταγραφεί σε κατάλογο<br /><b>4.</b> <b>φρ.</b> «[[κατάλογος]] [[ἱερός]]» — ο [[κλήρος]], το [[ιερατείο]]<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> η [[καταγραφή]] τών ονομάτων τών πολιτών που ήταν υποχρεωμένοι να εκπληρώσουν τη στρατιωτική [[θητεία]] ή να αναλάβουν [[άλλη]] [[δημόσια]] [[υπηρεσία]]<br /><b>2.</b> <b>φρ.</b> α) «[[κατάλογος]] νεῶν»<br />i) η μακρά [[περιγραφή]], [[καταγραφή]] τών στρατευμάτων τών Αχαιών που έλαβαν [[μέρος]] στην [[εκστρατεία]] της Τροίας, στη δεύτερη [[ραψωδία]] της <i>Ιλιάδος</i><br />ii) μακρά, ανιαρή [[περιγραφή]] ή [[διήγηση]]<br />β) «γυναικῶν [[κατάλογος]]» — [[ποίημα]] του Ησιόδου, «<i>αἱ Ἠοῑαι</i>» <br />γ) «ὁπλῑται ἐκ τοῡ καταλόγου» — οπλίτες τών οποίων τα ονόματα υπάρχουν στον κατάλογο στρατολογίας<br />δ) «οἱ ἔξω τοῡ καταλόγου» ή «οἱ [[ὑπὲρ]] τὸν κατάλογον» — όσοι έχουν περάσει [[πλέον]] τη στρατεύσιμη [[ηλικία]]<br />ε) «καταλόγους ποιοῡμαι» ή «εἰς κατάλογον [[καταλέγω]]» — [[συντάσσω]] καταλόγους για τη στρατιωτική [[θητεία]], [[στρατολογώ]]<br />στ) «καταλόγοις χρηστοῑς ἐκκριθέν» — για επίλεκτη στρατιωτική [[μονάδα]]<br />ζ) «τὸν κατάλογον [[ἀποδιδράσκω]]» — [[αποφεύγω]] από [[δειλία]] τη [[στράτευση]]<br />η) «κατάλογοι Βουλᾱς» — οι επίτροποι της Βουλής της Επιδαύρου, υπεύθυνοι για τον έλεγχο τών εισπράξεων και τών δαπανών.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>κατ</i>(<i>α</i>)- <span style="color: red;">+</span> -<i>λογος</i> (<span style="color: red;"><</span> [[λόγος]] <span style="color: red;"><</span> [[λέγω]]), <b>[[πρβλ]].</b> <i>διά</i>-<i>λογος</i>, <i>σύλ</i>-<i>λογος</i>].
 
}}
 
}}

Revision as of 06:38, 29 September 2017

Full diacritics: κατάλογος Medium diacritics: κατάλογος Low diacritics: κατάλογος Capitals: ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ
Transliteration A: katálogos Transliteration B: katalogos Transliteration C: katalogos Beta Code: kata/logos

English (LSJ)

ὁ,

   A enrolment, register, catalogue, Pl.Tht.175a, Lg.968c; ὀσπρίων Diocl.Fr.117; κ. νεῶν the catalogue of ships in Il. 2, Plu.Sol.10: prov., of a long story, νεῶν δὲ κατάλογον δόξεις μ' ἐρεῖν Apollod.Com.13.17.    2 at Athens, register of citizens liable for service, ὁπλίτης ἐντεθεὶς ἐν κ. Ar.Eq.1369; [ὁπλῖται] ἐκ καταλόγου those on the list for service, Th.6.43, al.; ἐκ κ. στρατευόμενος κατατέτριμμαι X.Mem.3.4.1; οἱ ἐν τῷ κ. Id.HG2.4.9; οἱ ὑπὲρ τὸν κ. the superannuated, opp. οἱ ἐν ἡλικίᾳ, D.13.4; of trierarchs, Id.18.105; καταλόγους ποιεῖσθαι make up the lists for service, Th.6.26, D. 50.6; εἰς τὸν κ. καταλέξαι Lys.25.16; καταλόγοις Χρηστοῖς ἐκκριθέν, of picked troops, Th.6.31; προγράφειν στρατιᾶς κ. Plu.Cam.39; τὸν κ. ἀποδιδράσκειν Luc.Nav.33; κ. ἀνδρῶν Χιλίων authority to conscript 1000 recruits, Polyaen.3.3.    b list of the βουλή, ἐκ τοῦ κ. ἐξαλείφειν X.HG2.3.51.    c κατάλογοι βουλᾶς, οἱ, committee of the βουλή at Epidaurus, IG4.925, al.

German (Pape)

[Seite 1361] ὁ, die Aufzählung, bes. Liste, Verzeichniß zu einem gewissen Zweck auserlesener Personen, bes. zum Kriegsdienst; οἱ ἐκ τοῦ καταλόγου, die zum Kriegsdienst verzeichnete Mannschaft, Thuc. 7, 16. 20 u. öfter; οἱ ἐν τῷ καταλόγῳ ὁπλῖται Xen. Hell. 2, 4, 9, οἱ ὑπὲρ τὸν κατάλογον, die über das dienstpflichtige Alter hinaus sind, Dem. 13, 4, im Ggstz von τοὺς ἐν ἡλικίᾳ; ἐκ καταλόγου στρατευόμενος κατατέτριμμαι, von dem kriegspflichtigen Alter an Dienste thuend, Xen. Hem. 3, 4, 1; καταλόγους ποιεῖσθαι, Soldaten ausheben, Thuc. 6, 26; τὸ πεζὸν καταλόγοις χρηστοῖς ἐκκριθέν 6, 31; ἐξαλείφειν ἐκ τοῦ καταλόγου, aus der Liste ausstreichen, Xen. Hell. 2, 3, 51. Uebh. Verzeichniß, Plat. Theaet. 175 a Legg. XII, 968 e, Liste für die Liturgien u. Staatsämter u. dgl.; auch heißt ein Theil des zweiten Buches der Il. κατάλογος νεῶν.

Greek (Liddell-Scott)

κατάλογος: ὁ, ἀναγραφὴ ὀνομάτων, προσώπων ἢ πραγμάτων, σημείωσις τούτων κατὰ σειρὰν, «κατάλογος», Πλάτ. Θεαίτ. 175Α, Νόμ. 968C· κ. νεῶν, ὁ τῶν πλοίων, ἐν Ἰλ. Β, Πλουτ. Σόλ. 10· παροιμ. ἐπὶ μακρᾶς διηγήσεως, νεῶν δὲ κατάλογον δόξεις μ’ ἐρεῖν Ἀπολλόδ. ἐν Ἀδήλ. 1. 17· κ. γυναικῶν, ποίημα Ἡσιόδου, ἴδε ἠοῖαι. 2) ἐν Ἀθήναις, ἀναγραφὴ τῶν πολιτῶν ὅσοι ὑποχρεοῦντο εἴς τινα δημοσίαν λειτουργίαν ἢ ὑπηρεσίαν, σημείωσις τῶν ὀνομάτων τῶν πολιτῶν, ἐντεθεὶς ἐν κατ. Ἀριστοφ. Ἱππ. 1369, πρβλ. Δημ. 261. 9· ὁ κατάλογος τῶν στρατευσίμων, ὁπλῖται ἐκ καταλόγου, λαμβανόμενοι ἐξ ἐκείνων ὧν τὰ ὀνόματα ὑπάρχουσιν ἐν τῷ καταλόγῳ, Θουκ. 6. 43 (ἔνθα ἴδε τὸν Arnold), 7. 16, 20., 8. 24· οὕτως, οἱ ἐν τῷ καταλόγῳ Ξεν. Ἑλλ. 2. 4, 9· οἱ ἔξω τοῦ κ., ἤ, οἱ ὑπὲρ τὸν κ., οἱ ὑπερβάντες τὴν στρατεύσιμον ἡλικίαν, Λατ. emeriti, ἐναντίον τοῦ, οἱ ἐν ἡλικίᾳ, αὐτόθι 2. 3, 51, Δημ. 167· 17· καταλόγους ποιεῖσθαι κάμνω τοὺς διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν καταλόγους, καταγράφω στρατιώτας, Λατ. delectum habere, Θουκ. 6. 26, Δημ. 1208. 6· εἰς κ. καταλέγειν Λυσ. 172. 38· καταλόγοις χρηστοῖς ἐκκριθέν, ἐπὶ ἐκλεκτοῦ στρατεύματος, Θουκ. 6. 31· τῆς ἐκ καταλόγου στρατείας Ἀριστ. Ἀθην. Πολ. 38.8 (ἔκδ.Blass)· προγράφειν στρατιᾶς κ. Πλουτ. Κάμιλλ. 39· τὸν κ. ἀποδιδράσκειν, (δηλ. τὴν στρατείαν) περὶ τῶν δειλῶν, Λουκ. Πλοῖον ἢ Εὐχ. 33· κατάλογον τρισχιλίων τινὶ δοῦναι ἀναφερόμ. ἐκ τοῦ Πολυαίν. β) ὁ κατάλογος τῆς βουλῆς, οἱ ἔξω τοῦ κ., ἐκ τοῦ κ. ἐξαλείφειν Ξεν. Ἑλλ. 2. 3, 51. γ)κ. ἱερός, τοῦ κλήρου, Ἐκκλ.·― ἐν Ἐπιγρ. Ἐπιδαύρου 242, κατάλογοι εἶνε τῆς Βουλῆς ἐπίτροποι παρόντες κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν εἰσπράξεων καὶ τῶν δαπανῶν.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
1 liste ou registre des citoyens;
2 registre des citoyens inscrits pour le service militaire : οἱ ἐκ τοῦ κατάλογου THC, οἱ ἐν τῷ καταλόγῳ XÉN les soldats inscrits sur les rôles ; οἱ ἔξω τοῦ καταλόγου XÉN ceux qui ne sont pas inscrits sur les listes d’enrôlement ; οἱ ὑπὲρ τὸν κατάλογον DÉM ceux qui ne sont plus en âge d’être portés sur les rôles (lat. emeriti) ; καταλόγους ποιεῖσθαι THC dresser les listes d’enrôlement, faire une levée;
3 liste du Conseil ou du Sénat.
Étymologie: καταλέγω.

Greek Monolingual

ο (AM κατάλογος)
1. η αναγραφή ονομάτων προσώπων ή πραγμάτων κατά σειρά
2. ο πίνακας, η κατάσταση που περιέχει τα ονόματα κατά σειρά
νεοελλ.
1. το προσωπικό βιβλίο ή σημειωματάριο βαθμολογίας του δάσκαλου ή του καθηγητή με τα ονοματεπώνυμα τών μαθητών σε αλφαβητική σειρά
2. φρ. α) «εκλογικός κατάλογος» — κατάλογος, πίνακας με τα ονοματεπώνυμα τών εκλογέων εκλογικού τμήματος ή περιφέρειας σε αλφαβητική σειρά
β) «κατάλογος εκλογίμων» — κατάλογος με τα ονόματα αυτών που έχουν τα νόμιμα ή τα κανονικά προσόντα για να αναδειχθούν κατόπιν εκλογής σε κάποιο αξίωμα
μσν.
1. ερωτικό στιχούργημα, καταλόγι
2. η φήμη ενός προσώπου
3. το σύνολο εκείνων τών οποίων τα ονόματα έχουν καταγραφεί σε κατάλογο
4. φρ. «κατάλογος ἱερός» — ο κλήρος, το ιερατείο
αρχ.
1. η καταγραφή τών ονομάτων τών πολιτών που ήταν υποχρεωμένοι να εκπληρώσουν τη στρατιωτική θητεία ή να αναλάβουν άλλη δημόσια υπηρεσία
2. φρ. α) «κατάλογος νεῶν»
i) η μακρά περιγραφή, καταγραφή τών στρατευμάτων τών Αχαιών που έλαβαν μέρος στην εκστρατεία της Τροίας, στη δεύτερη ραψωδία της Ιλιάδος
ii) μακρά, ανιαρή περιγραφή ή διήγηση
β) «γυναικῶν κατάλογος» — ποίημα του Ησιόδου, «αἱ Ἠοῑαι»
γ) «ὁπλῑται ἐκ τοῡ καταλόγου» — οπλίτες τών οποίων τα ονόματα υπάρχουν στον κατάλογο στρατολογίας
δ) «οἱ ἔξω τοῡ καταλόγου» ή «οἱ ὑπὲρ τὸν κατάλογον» — όσοι έχουν περάσει πλέον τη στρατεύσιμη ηλικία
ε) «καταλόγους ποιοῡμαι» ή «εἰς κατάλογον καταλέγω» — συντάσσω καταλόγους για τη στρατιωτική θητεία, στρατολογώ
στ) «καταλόγοις χρηστοῑς ἐκκριθέν» — για επίλεκτη στρατιωτική μονάδα
ζ) «τὸν κατάλογον ἀποδιδράσκω» — αποφεύγω από δειλία τη στράτευση
η) «κατάλογοι Βουλᾱς» — οι επίτροποι της Βουλής της Επιδαύρου, υπεύθυνοι για τον έλεγχο τών εισπράξεων και τών δαπανών.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α)- + -λογος (< λόγος < λέγω), πρβλ. διά-λογος, σύλ-λογος].