Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καταγίνομαι

Revision as of 22:48, 31 December 2018 by Spiros (talk | contribs) (2b)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

German (Pape)

[Seite 1342] u. καταγινώσκω, spätere gewöhnliche Form für καταγίγνομαι u. καταγιγνώσκω.

French (Bailly abrégé)

c. καταγίγνομαι.

Greek Monolingual

(AM καταγίνομαι, Α και καταγίγνομαι)
ασχολούμαι συνήθως με κάτι (α. «καταγίνομαι με τις δουλειές του σπιτιού» β. «ἐν τούτῳ κατεγίγνετο πάντα τὸν χρόνον», Πολ.)
μσν.
γίνομαι
αρχ.
1. διαμένω, κατοικώ
2. ζω, περνώ τη ζωή μου
3. φθάνω κάπου («καταγίγνεται εἰς βυθόν», Πλούτ.).

Russian (Dvoretsky)

καταγίνομαι: поздн. Plut., Diog. L. = καταγίγνομαι.