Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καταδίωξη

Revision as of 06:39, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (19)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι → Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.

Greek Monolingual

η καταδιώκω
1. συνεχής και επίμονη κίνηση εναντίον άψυχου ή ζωντανού κινούμενου στόχου με σκοπό την καταστροφή ή την αιχμαλωσία του («τα αεροπλάνα μας συνέχισαν την καταδίωξη τών εχθρικών αεροπλάνων»)
2. παρακολούθηση για σύλληψη ή φόνο («καταδίωξη κακοποιών»)
3. επιδίωξη βλάβης κάποιου
4. (νομ.) ποινική δίωξη
5. στρ. η τελευταία φάση νικηφόρου μάχης, κατά την οποία ο νικημένος αντίπαλος υποχωρεί κανονικά ή έχει τραπεί σε φυγή και ο νικητής τον καταδιώκει με σκοπό να εμποδίσει την ανασύνταξή του και αν είναι δυνατόν να επιτύχει την αιχμαλωσία ή τη διάλυσή του
6. φρ. ιατρ. «μανία καταδιώξεως» — η έμμονη ιδέα που κατέχει κάποιον ότι όλοι τον επιβουλεύονται.