Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κατανοώ

Revision as of 06:39, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (19)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781

Greek Monolingual

(AM κατανοῶ, -έω)
1. εννοώ κάτι καλά, καταλαβαίνω πλήρως (α. «οι μαθητές κατανόησαν το μάθημα» β. «οὐ γάρ που κατανοῶ τὸ νῡν ἐρωτώμενον», Πλάτ.)
2. αντιλαμβάνομαι («από τις μετακινήσεις του εχθρού κατανόησαν ότι θα γίνει επίθεση»)
3. σχηματίζω σαφή αντίληψη για κάτι («κατανοεῑς τίς ποτ' ἐστίν;», Αντίφ.)
αρχ.
1. σκέπτομαι, συλλογίζομαι («καὶ τοίνυν κατανοῶν περὶ τούτων... δοκῶ», Ξεν.)
2. μαθαίνω κάτι («τῆς τε Περσίδος γλώσσης ὅσα ἐδύνατο κατενόησε», Θουκ.)
3. κοιτάζω κάτι εξεταστικά
4. διατηρώ την αντίληψή μου
5. παθ. κατανοοῡμαι, -έομαι
α) είμαι κατανοητός
β) γίνομαι αποδεκτός.