Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κατασκώ

Revision as of 07:22, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (19)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

κατασκῶ, -έω (Α)
1. εξασκώ πάρα πολύ, συστηματικά
2. (μτχ. παθ. παρακμ.) κατησκημένος, -η-, -ον
αυτός που έχει επιτευχθεί μετά από επίπονη και συστηματική άσκηση (α. «ἀκριβὴς καὶ κατησκημένη δίαιτα», Πλούτ.
β. «κατησκημένος τὸν βίον», Μέγ. Βασίλ.).