Open main menu

LSJ β

καταστροφικός

Greek Monolingual

-ή, -ό καταστροφή
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην καταστροφή.
επίρρ...
καταστροφικώς και -ά (Α καταστροφικώς)
νεοελλ.
με καταστροφικό τρόπο, ολέθρια, καταστρεπτικά
αρχ.
με τον τρόπο λύσης ενός δραματικού έργου, σαν συμπέρασμα.