Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Difference between revisions of "κατεργασία"

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
(2b)
(nl)
Line 18: Line 18:
 
{{elru
 
{{elru
 
|elrutext='''κατεργᾰσία:''' ἡ<b class="num">1)</b> возделывание, разведение (καρπῶν Diod.);<br /><b class="num">2)</b> разработка, эксплуатация (ἀργυρίου Polyb.);<br /><b class="num">3)</b> переработка (τροφῆς Arst.);<br /><b class="num">4)</b> приготовление (διὰ τοῦ [[πυρός]], sc. τῆς τροφῆς Plut.).
 
|elrutext='''κατεργᾰσία:''' ἡ<b class="num">1)</b> возделывание, разведение (καρπῶν Diod.);<br /><b class="num">2)</b> разработка, эксплуатация (ἀργυρίου Polyb.);<br /><b class="num">3)</b> переработка (τροφῆς Arst.);<br /><b class="num">4)</b> приготовление (διὰ τοῦ [[πυρός]], sc. τῆς τροφῆς Plut.).
 +
}}
 +
{{elnl
 +
|elnltext=κατεργασία -ας, ἡ [κατεργάζομαι] productie:. κ. χυμῶν productie van lichaamssappen Hp. Praec. 9.
 
}}
 
}}

Revision as of 11:00, 31 December 2018

Full diacritics: κατεργᾰσία Medium diacritics: κατεργασία Low diacritics: κατεργασία Capitals: ΚΑΤΕΡΓΑΣΙΑ
Transliteration A: katergasía Transliteration B: katergasia Transliteration C: katergasia Beta Code: katergasi/a

English (LSJ)

ἡ,

   A working up, freq. of food, by digestion or by chewing, Arist.PA675b5, Pr.931a32, etc.; ἡ τοῦ πυρὸς κ. stewing, boiling, Mnesith. ap. Ath.2.59b: generally, production, χυμῶν (in the body) Hp.Praec.9; κοιλωμάτων Epicur.Ep.1p.9U. (pl.); σίτου Phld.Oec.pp.51,55 J.; working or manufacture, ἐλαίου Thphr. CP1.19.4; cultivation of land, ib.1.16.6 (pl.), 3.20.1, PTeb.61(b).129 (ii B.C.), etc.; καρπῶν D.S.1.14; of mines, Str.3.2.10; ξύλων Bito 52.2; παραδείγματος LXX 1 Ch.28.19; τυγχάνειν κατεργασίας ἀφ' ἡλίου, of vapour, D.L.7.153; complction, κ. λαμβάνειν Thphr.HP1.12.2.

German (Pape)

[Seite 1397] ἡ, das Verfertigen, LXX; γῆς, Bebauen, Theophr. öfter; καρπῶν D. Sic. 1, 14; τοῦ ἀργυρίου, Bearbeitung, im Bergwerke, Pol. 34, 9, 10; – τροφῆς, Verdauung, Arist. part. anim. 3, 14; das Kauen, Poll. 2, 89; – vom Kochen der Speisen, Ath. II, 59 b, vgl. 42 b.

Greek Monolingual

η (Α κατεργασία) κατεργάζομαι
1. η προσεκτική επεξεργασία ενός πράγματος, το δούλεμα ή το άργασμα ενός υλικού για να κατασκευαστεί κάτι από αυτό («α. χημική κατεργασία τών μετάλλων» β. «κατεργασμένα δέρματα» γ. «κατεργασία ἀργυρίου», Πολ.)
2. η επεξεργασία της τροφής με τη μάσηση ή την πέψη («μεγάλα τὰ τῶν κερατοφόρων ἔντερα διὰ τὴν κατεργασίαν τῆς τροφῆς», Αριστοτ.)
αρχ.
1. παραγωγή («τοῡ δὲ Όσίριδος ἐπινοησαμένου τὴν τούτων κατεργασίαν τῶν καρπῶν», Διόδ.)
2. καλλιέργεια της γης («κατεργασίαι και κοπρίσεις», Θεόφρ.)
3. γεν. κατασκευή, παρασκευή, φτιάξιμο
4. φρ. «ἡ τοῡ πυρὸς κατεργασία» — ψήσιμο, βράσιμο.

Russian (Dvoretsky)

κατεργᾰσία:1) возделывание, разведение (καρπῶν Diod.);
2) разработка, эксплуатация (ἀργυρίου Polyb.);
3) переработка (τροφῆς Arst.);
4) приготовление (διὰ τοῦ πυρός, sc. τῆς τροφῆς Plut.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κατεργασία -ας, ἡ [κατεργάζομαι] productie:. κ. χυμῶν productie van lichaamssappen Hp. Praec. 9.