Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κατηγορηματικός

Revision as of 06:40, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (20)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781

Greek Monolingual

-ή, -ό κατηγόρημα
1. αυτός που διατυπώνεται σαφώς και απεριφράστως, ρητός, οριστικός και ανεπιφύλακτος («η απάντηση ήταν κατηγορηματική»)
2. αυτός που έχει θέση κατηγορουμένου
3. φρ. α) «κατηγορηματική μετοχή» — η μετοχή η οποία λειτουργεί ως επιθετικός προσδιορισμός ή ως κατηγορούμενο, π.χ. «ὁρῶμεν πάντα ἀληθῆ ὄντα, ἅ λέγετε», «τὸν κατάλαβα στενοχωρημένο»
β) «κατηγορηματικός προσδιορισμός» — ονοματικός ομοιόπτωτος προσδιορισμός ενός ουσιαστικού στο οποίο αποδίδει μια παροδική ιδιότητα, π.χ. «Ἀγησίλαος φαιδρῷ τῷ προσώπῳ ἐκέλευσε», «ήρθε στο σπίτι μόνος του»
γ) «γενική κατηγορηματική» — ουσιαστικό κατηγορούμενο το οποίο εκφέρεται σε πτώση γενική, π.χ. «Ἱπποκράτης ὅδε ἐστὶ τῶν ἐπιχωρίων», «είμαι τριάντα ετών».
επίρρ...
κατηγορηματικώς και -ά
με κατηγορηματικό τρόπο, με βεβαιότητα, απερίφραστα («το δήλωσε κατηγορηματικά»).