Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κλήρωση

Revision as of 07:24, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (20)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η (AM κλήρωσις) κληρώ
η εκλογή προσώπου ή η διανομή κτημάτων με κλήρο (α. «η περιουσία θα μοιραστεί με κλήρωση» ; β. «έγινε η κλήρωση τών ενόρκων» γ. «ἐν μὲν γὰρ τῇ κληρώσει τὴν τύχην βραβεύειν», Ισοκρ.)
νεοελλ.
1. η εξαγωγή λαχνών από κληρωτίδα («η κλήρωση του λαϊκού λαχείου γίνεται κάθε Δευτέρα»)
2. πρόσκληση στρατευσίμου στον στρατό για εκπλήρωση της θητείας του
μσν.
χαρακτηρισμός, ονομασία
αρχ.
1. η τάξη τών κληρικών
2. μτφ. εκλογή, προτίμηση («πικράν κλήρωσιν αἵρεσίν τέ μοι βίου καθίστης», Ευρ.).