Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Difference between revisions of "κλαυσίγελως"

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
m
m
 
Line 20: Line 20:
 
}}
 
}}
 
{{grml
 
{{grml
|mltxt=ο (Α [[κλαυσίγελως]], -έλωτος)<br /><b>1.</b> [[γέλιο]] ανάμικτο με κλάματα, [[κλάμα]] από [[χαρά]], το να κλαίει και να γελά [[κάποιος]] ταυτόχρονα («[[κλαυσίγελως]] εἶχε πάντας», <b>Ξεν.</b>)<br /><b>2.</b> [[παρωνύμιο]] της εταίρας Φρύνης, στον Αθήναιο.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>κλαυσι</i>- (<span style="color: red;"><</span> [[κλαίω]], <b>[[πρβλ]].</b> [[κλαῦσις]]) <span style="color: red;">+</span> -<i>γελως</i> (<span style="color: red;"><</span> [[γέλως]] «[[γέλιο]]»), <b>[[πρβλ]].</b> [[κωμωδόγελως]], [[μωρόγελως]]. Σύνθ. του τύπου <i>τερψί</i>-<i>μβροτος</i>].
+
|mltxt=ο (Α [[κλαυσίγελως]], -έλωτος)<br /><b>1.</b> [[γέλιο]] ανάμικτο με κλάματα, [[κλάμα]] από [[χαρά]], το να κλαίει και να γελά [[κάποιος]] ταυτόχρονα («[[κλαυσίγελως]] εἶχε πάντας», <b>Ξεν.</b>)<br /><b>2.</b> [[παρωνύμιο]] της εταίρας Φρύνης, στον Αθήναιο.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>κλαυσι</i>- (<span style="color: red;"><</span> [[κλαίω]], <b>[[πρβλ]].</b> [[κλαῦσις]]) <span style="color: red;">+</span> -<i>γελως</i> (<span style="color: red;"><</span> [[γέλως]] «[[γέλιο]]»), <b>[[πρβλ]].</b> [[κωμωδόγελως]], [[μωρόγελως]]. Σύνθ. του τύπου [[τερψίμβροτος]]].
 
}}
 
}}
 
{{lsm
 
{{lsm

Latest revision as of 12:34, 5 November 2019

Full diacritics: κλαυσίγελως Medium diacritics: κλαυσίγελως Low diacritics: κλαυσίγελως Capitals: ΚΛΑΥΣΙΓΕΛΩΣ
Transliteration A: klausígelōs Transliteration B: klausigelōs Transliteration C: klafsigelos Beta Code: klausi/gelws

English (LSJ)

[ῐ], ὁ, acc. -

   A γέλωτα Demetr.Eloc.28: dat.pl. -γέλωσι Plu.2.1097 f:—crying and laughing, smiles mingled with tears, smiles mixed with tears, smilecrying, πάντας κ. εἶχε X.HG7.2.9; nickname of Phryne, Ath.13.591c.

German (Pape)

[Seite 1446] ωτος, ὁ, das mit Weinen gemischte Lachen; κλαυσ. εἶχε πάντας, Alle weinten u. lachten durch einander, oder weinten vor Freude, Xen. Hell. 7, 2, 9, dem vorangehenden ἅμα χαρᾷ δακρύουσαι entsprechend; vgl. Plut. non posse 18; Demetr. Phaler. 28; Ath. XIII, 591 c.

Greek (Liddell-Scott)

κλαυσίγελως: ῐ, ὁ· αἰτ. -γέλωτα Δημ. Φαληρ. 28, Ἀθήν. 591C· δοτ. πληθ. -γέλωσι, Πλούτ. 2. 1097F· γέλως μετὰ δακρύων, κλ. εἶχε πάντας Ξεν. Ἑλλ. 7. 2, 9· πρβλ. Ἰλ. Ζ. 484.

French (Bailly abrégé)

ωτος (ὁ) :
rire mêlé de larmes.
Étymologie: κλαίω, γέλως.

Greek Monolingual

ο (Α κλαυσίγελως, -έλωτος)
1. γέλιο ανάμικτο με κλάματα, κλάμα από χαρά, το να κλαίει και να γελά κάποιος ταυτόχρονα («κλαυσίγελως εἶχε πάντας», Ξεν.)
2. παρωνύμιο της εταίρας Φρύνης, στον Αθήναιο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κλαυσι- (< κλαίω, πρβλ. κλαῦσις) + -γελως (< γέλως «γέλιο»), πρβλ. κωμωδόγελως, μωρόγελως. Σύνθ. του τύπου τερψίμβροτος].

Greek Monotonic

κλαυσίγελως: [ῐ], ὁ, γέλια ανακατεμένα με δάκρυα, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

κλαυσίγελως: ωτος (ῐ) ὁ смех сквозь слезы: κ. εἶχε πάντας Xen. все плакали от радости.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κλαυσίγελως -ωτος, ὁ [κλαίω, γέλως] het huilen en lachen tegelijk.

Middle Liddell

smiles mixed with tears, Xen.