Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κοιλότητα

Revision as of 06:40, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (21)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ὃν οἱ θεοὶ φιλοῦσιν ἀποθνήσκει νέος → He whom the gods love dies young
Menander, fr. 125

Greek Monolingual

η (AM κοιλότης) κοίλος
1. η ιδιότητα ή η μορφή του κοίλου
2. το βαθούλωμα, το κοίλωμα
νεοελλ.
ανατ. κάθε κοίλος χώρος του σώματος που περιέχει εσωτερικά διάφορα όργανα (α. «θωρακική κοιλότητα» β. «η κοιλότητα της λεκάνης»)
αρχ.
1. αρχιτ. κοίλο καλούπι, μήτρα
2. μτφ. έλλειψη μετρητών χρημάτων.