Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κοντά

Revision as of 13:35, 8 January 2019 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "———————— " to "<br />")
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

(I)
κοντά)
επίρρ.
1. (τοπικό) πλησίον, εγγύς, δίπλα («μένει κοντά στη μητέρα της»)
2. (χρονικό ή ποσοτικό) σχεδόν, περίπου (α. «είναι κοντά πέντε μέρες που περιμένω την απάντησή σου» β. «η συνεδρίαση τελείωσε κοντά στα ξημερώματα»)
νεοελλ.
1. σε σύγκριση με (α. «κοντά σ' αυτό που πάθαμε, αυτά που λες δεν είναι τίποτε» β. «τί είν' τα βάσανα της ζωής κοντά στον θάνατο;»)
2. μαζί με κάποιον ή κάτιπάγω κι εγώ να τήνε βρω, μα έλα και συ κοντά μου», Πανώρ.)
3. φρ. α) «από κοντά» — κατά πόδας
β) «κοντά κοντά» — δίπλα δίπλα
4. παροιμ. «κοντά στον νου κι η γνώση» — για ευκόλως εννοούμενα πράγματα
μσν.
1. με συντομία, περιληπτικά
2. σε μικρό χρονικό διάστημα, σύντομα
3. επί πλέον.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κοντός (Ι) «βραχύς» < κοντός (ΙΙ) «κοντάρι»].
(II)
κοντά, τὰ (Μ)
ταινίες με τις οποίες οι κυνηγοί προσέδεναν στους καρπούς των χεριών τους τα πόδια των γερακιών.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κοντός (ΙΙ) με αλλαγή γένους].