Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κοπιάζω

Revision as of 07:25, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (21)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek (Liddell-Scott)

κοπιάζω: κοπιάω, μεταγεν.

Greek Monolingual

κοπιάζω)
1. καταβάλλω κόπο, μοχθώ, κουράζομαι («κόπιασε πολύ για να μεγαλώσει τα παιδιά της»)
2. πηγαίνω κάπου
νεοελλ.
φρ. α) (η προστακτική φιλοφρονητικά) i) «κοπιάστε να φάμε» — ελάτε να φάμε
ii) «κόπιασε μέσα» — πέρασε, έλα μέσα
β) (η προστακτική απειλητικά ή ειρωνικά) «για κόπιασε» — για έλα δω... («για κόπιασε να τά πούμε λιγάκι κι από κοντά»)
μσν.
1. καταπιάνομαι με κάτι
2. (ενεργ. και μέσ.) κατορθώνω κάτι με κόπο
3. κουράζω, ταλαιπωρώ κάποιον
4. (η μτχ. παθ. παρακμ.) κοπιασμένος, -η, -ον
α) γεμάτος κόπους, κοπιαστικός
β) κουρασμένος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Υποχωρητικά σχηματισμένος ενεστ. από τον αόρ. ἐκοπίασα του κοπιῶ, κατά το σχήμα ἐβίασα: βιάζω.