Open main menu

LSJ β

κράβος

English (LSJ)

ὁ, A = λάρος, Hsch.

Greek (Liddell-Scott)

κράβος: «ὁ λάρος» Ἡσύχ.

Greek Monolingual

κράβος, ὁ (Α)
(κατά τον Ησύχ.) «λάρος», είδος θαλάσσιου πουλιού.
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ.].