Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κραγέτης

Revision as of 07:44, 1 January 2019 by Spiros (talk | contribs) (nl)
Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: κρᾱγέτης Medium diacritics: κραγέτης Low diacritics: κραγέτης Capitals: ΚΡΑΓΕΤΗΣ
Transliteration A: kragétēs Transliteration B: kragetēs Transliteration C: kragetis Beta Code: krage/ths

English (LSJ)

ου, ὁ, (κράζω)

   A screamer, chatterer, κολοιοί Pi.N.3.82.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1498] ὁ, der Schreier, schreiend; κολοιοί Pind. N. 3, 78; Philostr.

Greek (Liddell-Scott)

κρᾱγέτης: -ου, ὁ, (κράζω) ὁ κράζων, «φωνακλᾶς», ὡς τὸ κεκράκτης, κραγέται κολοιοὶ Πινδ. Ν. 3. 143, πρβλ. Φιλόστρ. 870.

Greek Monolingual

κραγέτης, ὁ (Α)
αυτός που κράζει, ο φωνακλάς («κραγέται δὲ κολοιοὶ ταπεινά, νέμονται», Πίνδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. κράγ- του κράζω (πρβλ. αόρ. β' -κραγ-ον) + κατάλ. -έτης (πρβλ. αλιναι-έτης, ηγ-έτης)].

Russian (Dvoretsky)

κρᾱγέτης: ου ὁ крикун (κολοιός Pind.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κραγέτης -ου, ὁ [κράζω] schreeuwer, krijser, krasser.