Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Difference between revisions of "κρατερός"

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
(slb)
m (Text replacement - "{{Slater\n(.*?)\n}}" to "")
Line 18: Line 18:
 
{{Autenrieth
 
{{Autenrieth
 
|auten=κρατερῆφι: [[strong]], [[powerful]], [[mighty]], of persons and things, and [[sometimes]] in [[bad]] [[sense]], [[μῦθος]], ‘[[stern]],’ Il. 1.25.—Adv., [[κρατερῶς]].
 
|auten=κρατερῆφι: [[strong]], [[powerful]], [[mighty]], of persons and things, and [[sometimes]] in [[bad]] [[sense]], [[μῦθος]], ‘[[stern]],’ Il. 1.25.—Adv., [[κρατερῶς]].
}}
 
{{Slater
 
|sltr=<b>κρᾰτερός</b> (cf. [[καρτερός]].)<br />&nbsp;&nbsp;&nbsp;<b>a</b> of [[people]], [[masterful]] ἐν μὲν Αἰτωλῶν θυσίαισι φαενναῖς Οἰνείδαι κρατεροί (sc. ἀνυμνοῦνται: Tric.: καρτεροί codd.) (I. 5.31)<br />&nbsp;&nbsp;&nbsp;<b>b</b> of things, κρατεροῖς ἀδάμαντος ἅλοις (P. 4.71) Κλυταιμήστρας [[χειρῶν]] [[ὕπο]] κρατερᾶν (P. 11.18)
 
}}
 
{{Slater
 
|sltr=<b>κρᾰτερός</b> (cf. [[καρτερός]].)<br />&nbsp;&nbsp;&nbsp;<b>a</b> of [[people]], [[masterful]] ἐν μὲν Αἰτωλῶν θυσίαισι φαενναῖς Οἰνείδαι κρατεροί (sc. ἀνυμνοῦνται: Tric.: καρτεροί codd.) (I. 5.31)<br />&nbsp;&nbsp;&nbsp;<b>b</b> of things, κρατεροῖς ἀδάμαντος ἅλοις (P. 4.71) Κλυταιμήστρας [[χειρῶν]] [[ὕπο]] κρατερᾶν (P. 11.18)
 
 
}}
 
}}

Revision as of 13:04, 17 August 2017

Full diacritics: κρᾰτερός Medium diacritics: κρατερός Low diacritics: κρατερός Capitals: ΚΡΑΤΕΡΟΣ
Transliteration A: kraterós Transliteration B: krateros Transliteration C: krateros Beta Code: kratero/s

English (LSJ)

ά, όν, Ep. form of καρτερός,

   A strong, stout, mighty, in Hom. mostly of bodily strength, κρατερός περ ἐὼν καὶ χερσὶ πεποιθώς Il.16.624, cf. 6.97, Pi.I.5(4).31, etc.; epith. of Ares, Il.2.515; of lions, Od.4.335; χεῖρες ib.288, Pi.P.11.18: with collat. notion of stern, harsh, of Hades, Il.13.415, cf. 21.566.    2 of things, conditions, etc., mighty, fierce, κ. ὑσμίνας 2.345; ἀνάγκη 6.458; κρατερῆφι βίηφιν 21.501; σθένος B.17.40; πάλα Id.10.20; βέλος, τόξον, Il.5.104, 8.279; βιός Od.24.170; δεσμός, δεσμοί, Il.5.386, Od.8.336; hard, χῶρος h.Merc.354; σίδηρος ὅπερ κρατερώτατός ἐστιν Hes.Th.864.    3 of passions, etc., strong, vehement, λύσσα Il.9.239; ἔρις 13.358; μένος 7.38; πένθος 11.249; ἄλγεα Od.15.232: of acts and words, κ. ἀμφίβασις Il.5.623; κ. μῦθος a harsh, rough speech, 1.25; μῦθον ἀπηνέα τε κ. τε 15.202.    II Adv. -ρῶς strongly, stoutly, μάχεσθαι 12.152; ἑστάμεναι 15.666; ἔχεσθαι 16.501, 17.559; νεμεσᾶν 13.16; κὰδ δ' ἔβαλε κ. dashed roughly to earth, Od.4.344; κ. ἀγόρευσεν, ἀπέειπεν, sternly, Il.8.29, 9.431; in Prose, Anon ap.Stob.4.31.34.—Once in Trag., κ. γυιοπέδαι A.Pr.168 (anap.); elsewh. καρτερός. (κορτερά· κρατερά, ἰσχυρά, Hsch., is prob. Aeol.)

Greek (Liddell-Scott)

κρατερός: -ά, -όν, Ἐπικ. τύπος τοῦ καρτερός, ἰσχυρός, δυνατός, παρ’ Ὁμ. ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐπὶ σωματικῆς ἰσχύος, κρατερός περ ἐὼν καὶ χερσὶ πεποιθὼς Ἰλ. Π. 624, πρβλ. Ζ. 97, κτλ.· ἐπίθ. τοῦ Ἄρεως, Β, 515· τῶν λεόντων, Ὀδ. Δ. 335· χεῖρες Δ. 288, Πίνδ., κτλ.· ― ὡσαύτως μετὰ τῆς συγγενοῦς ἐννοίας τοῦ τραχέος, αὐστηροῦ, ἐπὶ τοῦ Ἅιδου, Ἰλ. Ν. 415, πρβλ. Φ. 566. 2) ἐπὶ πραγμάτων, καταστάσεων κτλ., ἰσχυρός, δυνατός, σκληρός, ἄγριος, πεισματώδης, κρ. ὑσμίνη Ἰλ. Β. 345· ἀνάγκη Ζ. 458· βίη Φ. 501, κτλ.· ― ἐπὶ ὅπλων, βέλος, τόξον Ε. 104., Θ. 279· βιὸς Ὀδ. Ω. 170· οὕτω δεσμός, δεσμοὶ Ἰλ. Ε. 386, Ὀδ. Θ. 336· ― ὡσαύτως, τραχύς, σκληρός, χῶρος Ὁμ. Ὕμν. εἰς Ἑρμ. 354· σίδηρος ὅπερ κρατερώτατός ἐστιν Ἡσ. Θ. 864. 3) ἐπὶ διαφόρων παθῶν, ἰσχυρός, ὁρμητικός, δυνατός, λύσσα, ἔρις, μένος, πένθος, ἄλγεα, κτλ., Ὅμ.· ― οὕτως ἐπὶ πράξεων καὶ λόγων, κρ. ἔργα, βίαιαι πράξεις, Ἰλ. Α. 25· κρ. μῦθος, τραχύς, βαρὺς λόγος, αὐτόθι 326, κτλ.· μῦθον ἀπηνέα τε κρ. τε Ο. 202. ― Πρβλ. καρτερός, κραταιός, κρατύς. ΙΙ. Ἐπίρρ. -ρῶς, ἰσχυρῶς, κρ. μάχεσθαι Ἰλ. Μ. 152· ἑστάμεναι Λ. 666. ἔχεσθαι Μ. 501, κτλ.· νεμεσᾶν Ν. 16, 353· κὰδ δὲ ἔβαλε κρ., ἔρριψεν ἰσχυρῶς κατὰ γῆς, Ὀδ. Δ. 344· κρ. ἀγορεύειν καὶ ἀποειπεῖν μετὰ τραχύτητος, αὐστηρῶς, Ἰλ. Θ. 29., Ι. 694, κτλ.- Ἐκ τῶν τραγικῶν ὁ Αἰσχύλ. ἐχρήσατο τῷ τύπῳ τούτῳ ἅπαξ, κρ. γυιοπέδαι Πρ. 167· ἐνῷ τὸ κρατερὸς ἦν ἐν καθολικῇ χρήσει.

French (Bailly abrégé)

ά, όν :
1 vigoureux, robuste;
2 ferme, solide ;
3 en mauv. part véhément, violent;
Cp. κρατερώτερος, Sp. κρατερώτατος.
Étymologie: κράτος.

English (Autenrieth)

κρατερῆφι: strong, powerful, mighty, of persons and things, and sometimes in bad sense, μῦθος, ‘stern,’ Il. 1.25.—Adv., κρατερῶς.