Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κρατερός

Revision as of 06:40, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (21)
Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian
Full diacritics: κρᾰτερός Medium diacritics: κρατερός Low diacritics: κρατερός Capitals: ΚΡΑΤΕΡΟΣ
Transliteration A: kraterós Transliteration B: krateros Transliteration C: krateros Beta Code: kratero/s

English (LSJ)

ά, όν, Ep. form of καρτερός,

   A strong, stout, mighty, in Hom. mostly of bodily strength, κρατερός περ ἐὼν καὶ χερσὶ πεποιθώς Il.16.624, cf. 6.97, Pi.I.5(4).31, etc.; epith. of Ares, Il.2.515; of lions, Od.4.335; χεῖρες ib.288, Pi.P.11.18: with collat. notion of stern, harsh, of Hades, Il.13.415, cf. 21.566.    2 of things, conditions, etc., mighty, fierce, κ. ὑσμίνας 2.345; ἀνάγκη 6.458; κρατερῆφι βίηφιν 21.501; σθένος B.17.40; πάλα Id.10.20; βέλος, τόξον, Il.5.104, 8.279; βιός Od.24.170; δεσμός, δεσμοί, Il.5.386, Od.8.336; hard, χῶρος h.Merc.354; σίδηρος ὅπερ κρατερώτατός ἐστιν Hes.Th.864.    3 of passions, etc., strong, vehement, λύσσα Il.9.239; ἔρις 13.358; μένος 7.38; πένθος 11.249; ἄλγεα Od.15.232: of acts and words, κ. ἀμφίβασις Il.5.623; κ. μῦθος a harsh, rough speech, 1.25; μῦθον ἀπηνέα τε κ. τε 15.202.    II Adv. -ρῶς strongly, stoutly, μάχεσθαι 12.152; ἑστάμεναι 15.666; ἔχεσθαι 16.501, 17.559; νεμεσᾶν 13.16; κὰδ δ' ἔβαλε κ. dashed roughly to earth, Od.4.344; κ. ἀγόρευσεν, ἀπέειπεν, sternly, Il.8.29, 9.431; in Prose, Anon ap.Stob.4.31.34.—Once in Trag., κ. γυιοπέδαι A.Pr.168 (anap.); elsewh. καρτερός. (κορτερά· κρατερά, ἰσχυρά, Hsch., is prob. Aeol.)

Greek (Liddell-Scott)

κρατερός: -ά, -όν, Ἐπικ. τύπος τοῦ καρτερός, ἰσχυρός, δυνατός, παρ’ Ὁμ. ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐπὶ σωματικῆς ἰσχύος, κρατερός περ ἐὼν καὶ χερσὶ πεποιθὼς Ἰλ. Π. 624, πρβλ. Ζ. 97, κτλ.· ἐπίθ. τοῦ Ἄρεως, Β, 515· τῶν λεόντων, Ὀδ. Δ. 335· χεῖρες Δ. 288, Πίνδ., κτλ.· ― ὡσαύτως μετὰ τῆς συγγενοῦς ἐννοίας τοῦ τραχέος, αὐστηροῦ, ἐπὶ τοῦ Ἅιδου, Ἰλ. Ν. 415, πρβλ. Φ. 566. 2) ἐπὶ πραγμάτων, καταστάσεων κτλ., ἰσχυρός, δυνατός, σκληρός, ἄγριος, πεισματώδης, κρ. ὑσμίνη Ἰλ. Β. 345· ἀνάγκη Ζ. 458· βίη Φ. 501, κτλ.· ― ἐπὶ ὅπλων, βέλος, τόξον Ε. 104., Θ. 279· βιὸς Ὀδ. Ω. 170· οὕτω δεσμός, δεσμοὶ Ἰλ. Ε. 386, Ὀδ. Θ. 336· ― ὡσαύτως, τραχύς, σκληρός, χῶρος Ὁμ. Ὕμν. εἰς Ἑρμ. 354· σίδηρος ὅπερ κρατερώτατός ἐστιν Ἡσ. Θ. 864. 3) ἐπὶ διαφόρων παθῶν, ἰσχυρός, ὁρμητικός, δυνατός, λύσσα, ἔρις, μένος, πένθος, ἄλγεα, κτλ., Ὅμ.· ― οὕτως ἐπὶ πράξεων καὶ λόγων, κρ. ἔργα, βίαιαι πράξεις, Ἰλ. Α. 25· κρ. μῦθος, τραχύς, βαρὺς λόγος, αὐτόθι 326, κτλ.· μῦθον ἀπηνέα τε κρ. τε Ο. 202. ― Πρβλ. καρτερός, κραταιός, κρατύς. ΙΙ. Ἐπίρρ. -ρῶς, ἰσχυρῶς, κρ. μάχεσθαι Ἰλ. Μ. 152· ἑστάμεναι Λ. 666. ἔχεσθαι Μ. 501, κτλ.· νεμεσᾶν Ν. 16, 353· κὰδ δὲ ἔβαλε κρ., ἔρριψεν ἰσχυρῶς κατὰ γῆς, Ὀδ. Δ. 344· κρ. ἀγορεύειν καὶ ἀποειπεῖν μετὰ τραχύτητος, αὐστηρῶς, Ἰλ. Θ. 29., Ι. 694, κτλ.- Ἐκ τῶν τραγικῶν ὁ Αἰσχύλ. ἐχρήσατο τῷ τύπῳ τούτῳ ἅπαξ, κρ. γυιοπέδαι Πρ. 167· ἐνῷ τὸ κρατερὸς ἦν ἐν καθολικῇ χρήσει.

French (Bailly abrégé)

ά, όν :
1 vigoureux, robuste;
2 ferme, solide ;
3 en mauv. part véhément, violent;
Cp. κρατερώτερος, Sp. κρατερώτατος.
Étymologie: κράτος.

English (Autenrieth)

κρατερῆφι: strong, powerful, mighty, of persons and things, and sometimes in bad sense, μῦθος, ‘stern,’ Il. 1.25.—Adv., κρατερῶς.

English (Slater)

κρᾰτερός (cf. καρτερός.)
   a of people, masterful ἐν μὲν Αἰτωλῶν θυσίαισι φαενναῖς Οἰνείδαι κρατεροί (sc. ἀνυμνοῦνται: Tric.: καρτεροί codd.) (I. 5.31)
   b of things, κρατεροῖς ἀδάμαντος ἅλοις (P. 4.71) Κλυταιμήστρας χειρῶν ὕπο κρατερᾶν (P. 11.18)

Greek Monolingual

-ά, -ό (AM κρατερός, -ά, -όν)
1. ισχυρός, δυνατός, ρωμαλέος, κραταιός (α. «κρατεροῑο λέοντος», Ομ. Οδ.
β. «χειρῶν ὑπὸ κρατερᾱν», Πίνδ.)
2. (για καταστάσεις) σφοδρός, λυσσώδης, πεισματώδης (α. «όσον κρατερά και αν ήτο η καταδίωξις τών Τούρκων», Παπαδ.
β. «εὔχεσθαι ἐμὲ νικῆσαι κρατερῆφι βίηφιν», Ομ. Ιλ.
μσν.-αρχ.
νικητής, υπέρτερος (ἐπεὶ δὲ ταύτης κρατερὸς ὲγένετο», Δίον. Αλ.)
αρχ.
1. σκληρός, σκληρόκαρδος («οὐκέτ' ἔπειτ' ἔσται θάνατον καὶ Κῆρας ἀλύξαι
λίην γὰρ κρατερὸς περὶ πάντων ἔστ' ἀνθρώπων», Ομ. Ιλ.)
2. (για τον Άδη) αυστηρός, τραχύς, σκληρός
3. (για πράγματα) δυνατός, ανθεκτικός («ἠὲ σίδηρος, ὅπερ κρατερώτατός ἐστι», Ησύχ.)
4. (για πράξεις και λόγια) βίαιος, τραχύς («κρατερόν δ' ἐπὶ μῡθον ἔτελλεν», Ομ. Ιλ.).
επίρρ...
κρατερώς (Α κρατερῶς)
1. ισχυρά, ρωμαλέα («κὰδ δὲ ἔβαλεν κρατερῶς», Ομ. Οδ.)
2. σφοδρά, με λύσσαμάλα γὰρ κρατερῶς ἐμάχοντο», Ομ. Ιλ.)
αρχ.
1. ορμητικά
2. (για λόγο) με τραχύτητα («οἱ δ' ἄρα πάντες ἀκὴν ἐγένοντο σιωπῆ,... μάλα γὰρ κρατερῶς ἀγόρευσεν», Ομ. Ιλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. κρατ- / καρτ- (πρβλ. κράτος / κάρτος) + -ερός.
ΠΑΡ. καρτερώ
αρχ.
κρατερίτις.
ΣΥΝΘ. αρχ. κρατεραίχμης, κρατεραλγής, κρατεραύχην, κρατερόδους, κρατεροφόρος, κρατερόφρων, κρατερόχειρ
αρχ.-μσν.
κρατερώνυξ
μσν.
κρατερόστομος
νεοελλ.
κρατερόψυχος].