Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κρύο

Revision as of 06:41, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (22)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)
τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

το (Μ κρύο)
ψύχρα, ψύχος
νεοελλ.
φρ. α) «άρπαξα κρύο» — ασθένησα λόγω κρυολογήματος, κρυολόγησα
β) «έμεινε στα κρύα του λουτρού
i) εξαπατήθηκε
ii) απέτυχε, ιδίως ερωτικά
iii) εγκαταλείφθηκε χωρίς να ειδοποιηθεί.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. κρύος (τὸ) μεταπλασμένο σε -ο αναλογικά προς τα δευτερόκλιτα ουδέτερα σε -ο(ν), πρβλ. δάσο < αρχ. δάσος.